Ο κ. Φλωρίδης τονίζει ότι η πλειοψηφία των πολιτών ζητά άμεση δίκη για τα Τέμπη, καταγγέλλοντας καθυστερήσεις και αντιδράσεις μειοψηφιών.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης εξέφρασε την άποψη ότι η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας επιθυμεί την άμεση έναρξη της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών, τονίζοντας πως την ίδια επιθυμία συμμερίζονται και οι περισσότεροι συγγενείς των θυμάτων του σιδηροδρομικού δυστυχήματος.

Σε δηλώσεις του στον ΣΚΑΪ, ο υπουργός υποστήριξε ότι υπάρχει μια μικρή μειοψηφία σε πολιτικό επίπεδο – στην οποία περιλαμβάνονται και νομικοί – που αντιτίθεται στην έναρξη της δίκης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, επικεφαλής αυτής της στάσης είναι η Ζωή Κωνσταντοπούλου, σημειώνοντας ότι η συγκεκριμένη τακτική δεν αποτελεί κάτι νέο.

Ο κ. Φλωρίδης υπογράμμισε ότι κατά τη διάρκεια των 2,5 ετών της ανακριτικής διαδικασίας υπήρξαν επανειλημμένες προσπάθειες καθυστέρησης. Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για συνεχείς μηνύσεις και αιτήσεις εξαίρεσης του ανακριτή, οι οποίες έπρεπε να εξεταστούν από τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της ανάκρισης.

Αναφερόμενος στις πιο πρόσφατες εξελίξεις, σημείωσε ότι η τελευταία απόπειρα να μην ολοκληρωθεί η διαδικασία συνδέεται με την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτση στο Σύνταγμα
. Όπως είπε, το αίτημα για εκταφή στόχευε στην επανέναρξη της ανάκρισης, η οποία έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Κατά τον υπουργό, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε διπλή συνέπεια: αφενός θα οδηγούσε σε μη έναρξη της δίκης, επιτρέποντας –όπως είπε– τη συνέχιση της πολιτικής εκμετάλλευσης της τραγωδίας, και αφετέρου θα προκαλούσε έντονη κοινωνική αντίδραση, καθώς η κοινή γνώμη δεν θα αποδεχόταν περαιτέρω καθυστερήσεις.

Σε ό,τι αφορά την καταλληλότητα του χώρου διεξαγωγής της δίκης, ο κ. Φλωρίδης διαβεβαίωσε ότι πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Τόνισε ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη αίθουσα στην Ελλάδα και υπενθύμισε ότι σε αντίστοιχους ή και μικρότερους χώρους, όπως το Εφετείο Αθηνών, έχουν διεξαχθεί πολύ μεγαλύτερες δίκες. Έφερε ως παράδειγμα τη δίκη για την τραγωδία στο Μάτι, όπου υπήρχαν 104 νεκροί και, κατά συνέπεια, πολύ μεγαλύτερος αριθμός συγγενών και μαρτύρων, χωρίς να παρουσιαστούν προβλήματα χωρητικότητας.

Παράλληλα, εξήγησε ότι η δίκη δεν ξεκίνησε όπως προβλεπόταν, καθώς δεν τηρήθηκε η απαραίτητη διαδικασία ως προς την παρουσία των δικηγόρων. Από τους 36 κατηγορούμενους εμφανίστηκαν μόλις τρεις, ενώ η αίθουσα καταλήφθηκε από πολίτες χωρίς έλεγχο, γεγονός που εμπόδισε την ομαλή έναρξη.

Κλείνοντας, ο υπουργός σημείωσε ότι στην επόμενη συνεδρίαση θα εφαρμοστούν αυστηρά τα προβλεπόμενα: στην αίθουσα θα εισέλθουν μόνο όσοι έχουν δικαίωμα παρουσίας, δηλαδή οι δικηγόροι και οι συγγενείς των θυμάτων, με τη διαδικασία ταυτοποίησης να πραγματοποιείται από την Ελληνική Αστυνομία.