Η απόφαση της κυβέρνησης να μην ασκήσει ένδικα μέσα για τις αποζημιώσεις των θυμάτων στα Τέμπη δεν είναι μια τυπική νομική επιλογή. Είναι μια πολιτική στάση με σαφές μήνυμα.

Το Δημόσιο επιλέγει να μην παρατείνει μια αντιδικία
που θα κρατούσε χρόνια και θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο ανθρώπους που έχουν ήδη πληρώσει το βαρύτερο τίμημα.

Η δήλωση του Κυριάκου Πιερρακάκη αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λογική. Το κράτος δεν αποδέχεται κατ’ ανάγκη το σύνολο του σκεπτικού των δικαστικών αποφάσεων, αλλά επιλέγει να σταθεί δίπλα στους πολίτες
. Πρόκειται για μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη νομική άμυνα και την ηθική ευθύνη. Και εδώ προκρίνεται το δεύτερο.

Η πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδίκασε αποζημίωση περίπου 400.000 ευρώ σε συγγενείς θύματος, αναγνώρισε ευθύνη του Δημοσίου λόγω της κατάστασης του σιδηροδρομικού δικτύου.Σε άλλες εποχές, μια τέτοια απόφαση θα οδηγούσε σχεδόν αυτόματα σε έφεση. Σήμερα, η επιλογή είναι διαφορετική. Και αυτή η διαφοροποίηση έχει πολιτική βαρύτητα.

Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που ακολουθείται αυτή η γραμμή. Στις τραγωδίες στο Μάτι και στη Μάνδρα, το Δημόσιο επίσης παραιτήθηκε από τα ένδικα μέσα για τις αποζημιώσεις. Μάλιστα, η επιλογή αυτή ελήφθη από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη πέρυσι τέτοια εποχή, επιβεβαιώνοντας μια σταθερή προσέγγιση απέναντι σε υποθέσεις με έντονο κοινωνικό και ανθρώπινο αποτύπωμα. Τότε, όπως και τώρα, η απόφαση συνδέθηκε με την ανάγκη να μην μετατραπεί η δικαίωση των θυμάτων σε μια ατέρμονη διαδικασία.

Η στάση αυτή αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο του κράτους. Όχι ως έναν απρόσωπο μηχανισμό που εξαντλεί κάθε νομικό περιθώριο, αλλά ως μια πολιτεία που αναγνωρίζει πότε η επιμονή στη διαδικασία χάνει το νόημά της. Η απονομή δικαιοσύνης δεν εξαντλείται στη δικαστική διαδρομή, αλλά κρίνεται και από τη βούληση να δοθεί ένα τέλος εκεί όπου ο πόνος δεν επιδέχεται άλλες καθυστερήσεις.

Και τελικά, σε υποθέσεις όπως τα Τέμπη, το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα κερδίσει σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Είναι αν το κράτος θα σταθεί δίπλα σε αυτούς που δοκιμάστηκαν πιο σκληρά. Αυτή τη φορά, η επιλογή ήταν να απλώσει το χέρι. Και αυτό είναι που μένει.