Μόλις επτά από τους 26 διεθνείς του Μαρόκου γεννήθηκαν στη χώρα.

Η Γαλλία, πρώην αποικιακή δύναμη και βασικός προορισμός της μαροκινής μετανάστευσης, βρίσκεται ξανά απέναντι σε μια ομάδα που οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό στις ευρωπαϊκές ακαδημίες..

Η αναμέτρηση της Γαλλίας με το Μαρόκο για τα προημιτελικά του Μουντιάλ 2026 αποτελεί επανάληψη του ημιτελικού της 14ης Δεκεμβρίου 2022 στο Κατάρ, όταν οι «μπλε» επικράτησαν με 2-0. Πίσω από το αγωνιστικό σκέλος, όμως, βρίσκεται μια σχέση που άρχισε πολύ πριν από τη δημιουργία των δύο εθνικών ομάδων και εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύνθεση, την ταυτότητα και το μοντέλο ανάπτυξης του μαροκινού ποδοσφαίρου.

Στις 30 Μαρτίου 1912, με τη Συνθήκη της Φεζ, το μεγαλύτερο μέρος του Μαρόκου τέθηκε υπό γαλλικό προτεκτοράτο. Ο σουλτάνος και οι θεσμοί του μαροκινού κράτους διατηρήθηκαν τυπικά, αλλά η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική εξουσία πέρασε ουσιαστικά στη Γαλλία. Τον Αύγουστο του 1953, οι γαλλικές αρχές εξόρισαν τον σουλτάνο Μοχάμεντ Ε΄, αρχικά στην Κορσική και στη συνέχεια στη Μαδαγασκάρη, λόγω της στήριξής του στο κίνημα ανεξαρτησίας. Η επιστροφή του, τον Νοέμβριο του 1955, επιτάχυνε τις εξελίξεις και στις 2 Μαρτίου 1956 η Γαλλία αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Μαρόκου.

Η αποχώρηση της αποικιακής διοίκησης δεν διέκοψε τους δεσμούς. Η γαλλική γλώσσα παρέμεινε ισχυρή στη δημόσια διοίκηση, στις επιχειρήσεις, στην ανώτατη εκπαίδευση και στα μέσα ενημέρωσης, ενώ η μεταπολεμική ανάπτυξη της γαλλικής οικονομίας δημιούργησε μεγάλη ζήτηση για εργατικό δυναμικό. Από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, εκατοντάδες χιλιάδες Μαροκινοί εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία. Οι οικογένειες που δημιουργήθηκαν εκεί αποτέλεσαν, αρκετές δεκαετίες αργότερα, μία από τις σημαντικότερες δεξαμενές ποδοσφαιριστών για την εθνική ομάδα του Μαρόκου.

Ωστόσο, η Δυτική Σαχάρα άλλαξε τις ισορροπίες. Το 2024 ο Εμανουέλ Μακρόν αναγνώρισε ότι το παρόν και το μέλλον της αμφισβητούμενης ποεριοχής βρίσκονται στο πλαίσιο της μαροκινής κυριαρχίας και στήριξε το σχέδιο αυτονομίας του Ραμπάτ. Ήταν μεγάλη διπλωματική νίκη για τον βασιλιά Μοχάμεντ Στ’ και προκάλεσε νέα ένταση στις σχέσεις της Γαλλίας με την Αλγερία ενώ «έφτιαξε» τις αντίστοιχες με το Μαρόκο, που είχαν επιδεινωθεί λόγω των γαλλικών περιορισμών στις θεωρήσεις εισόδου, της υπόθεσης του κατασκοπευτικού λογισμικού Pegasus και της αβεβαιότητας του Παρισιού στο ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας. Μάλιστα, στην επίσκεψη Μακρόν στο Ραμπάτ, τον Οκτώβριο του 2024, ανακοινώθηκαν συμφωνίες και επενδυτικές δεσμεύσεις άνω των 10 δισ. ευρώ. Ενέργεια, σιδηρόδρομοι, αεροναυπηγική, υποδομές και άμυνα βρίσκονται στον πυρήνα της νέας σχέσης.

Μόλις επτά γεννήθηκαν στο Μαρόκο

Στο Μουντιάλ 2026, μόνο επτά από τους 26 παίκτες της αποστολής γεννήθηκαν στο Μαρόκο. Οι υπόλοιποι 19 γεννήθηκαν στο εξωτερικό και οι 18 εξ αυτών σε ευρωπαϊκές χώρες. Έξι προέρχονται από τη Γαλλία, έξι από την Ισπανία, τρεις από την Ολλανδία και τρεις από το Βέλγιο, ενώ ο τερματοφύλακας Γιασίν Μπονού γεννήθηκε στον Καναδά

Ανάμεσα στους γεννημένους στη Γαλλία βρίσκεται ο Αγιούμπ Μπουαντί, ο οποίος μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε στο γαλλικό ποδοσφαιρικό σύστημα, αλλά επέλεξε να εκπροσωπήσει τη χώρα καταγωγής της οικογένειάς του. Η περίπτωσή του συμπυκνώνει την ιδιαιτερότητα της αναμέτρησης: ένας ποδοσφαιριστής που διαμορφώθηκε στη Γαλλία καλείται να αντιμετωπίσει τη γαλλική εθνική ομάδα φορώντας τη φανέλα του Μαρόκου. 

Η επιλογή παικτών από τη διασπορά δεν αποτελεί συγκυριακή λύση. Η ομοσπονδία του Μαρόκου δημιούργησε οργανωμένο δίκτυο εντοπισμού και προσέγγισης ποδοσφαιριστών στην Ευρώπη, παρακολουθώντας παίκτες από τις μικρές ηλικίες και επιδιώκοντας να ενισχύσει έγκαιρα τη σχέση τους με τις μαροκινές εθνικές ομάδες. Η διαδικασία είχε αρχίσει να αποδίδει ήδη πριν από το Μουντιάλ του 2018, όταν οκτώ μέλη της μαροκινής αποστολής είχαν γεννηθεί στη Γαλλία. 

Η Γαλλία εξάγει περισσότερους διεθνείς από κάθε άλλη χώρα

Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο στο Μαρόκο. Στο Μουντιάλ 2026 συμμετείχαν 99 ποδοσφαιριστές που είχαν γεννηθεί στη Γαλλία, αλλά μόνο 23 από αυτούς αγωνίζονταν με τη γαλλική εθνική ομάδα. Η Γαλλία αποτέλεσε τη μεγαλύτερη «εξαγωγική» χώρα της διοργάνωσης, καθώς 73 γεννημένοι στο έδαφός της παίκτες εκπροσώπησαν άλλες εθνικές ομάδες. 

Η έκταση του φαινομένου συνδέεται με το πυκνό δίκτυο ακαδημιών, τα προπονητικά κέντρα, τις επαγγελματικές ομάδες και την πολυπληθή δεύτερη και τρίτη γενιά οικογενειών μεταναστευτικής καταγωγής. Η Γαλλία εκπαιδεύει πολύ περισσότερους ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου από όσους μπορεί να χρησιμοποιήσει η δική της εθνική ομάδα. Χώρες όπως το Μαρόκο, η Αλγερία, η Σενεγάλη και η Τυνησία αξιοποιούν αυτή την παραγωγή μέσω των κανόνων διεθνούς επιλεξιμότητας.

Στην περίπτωση του Μαρόκου, πάντως, η διασπορά δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως συμπλήρωμα του εγχώριου ποδοσφαίρου αλλά ως βασικό τμήμα της εθνικής στρατηγικής. Στο πρώτο παιχνίδι του στη διοργάνωση, απέναντι στη Βραζιλία, και οι 11 βασικοί του είχαν γεννηθεί εκτός Μαρόκου. Οι δέκα είχαν αναπτυχθεί ποδοσφαιρικά σε ευρωπαϊκούς συλλόγους, ενώ ο γεννημένος στον Καναδά Μπονού είχε επιστρέψει μικρός στη χώρα και εκπαιδεύτηκε στην ακαδημία της Ουιντάντ Καζαμπλάνκα. 

Το αποτέλεσμα είναι μια εθνική ομάδα που εκπροσωπεί το Μαρόκο, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα προϊόν των μεταναστευτικών διαδρομών προς τη Γαλλία, την Ισπανία, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Στον προημιτελικό, η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει απλώς μια πρώην χώρα του προτεκτοράτου της. Αντιμετωπίζει και ένα μέρος του ίδιου του ποδοσφαιρικού συστήματος που δημιούργησε.

🏆 Περισσότερες ιστορίες σαν κι αυτή, σε μια έρευνα 640 σελίδων σε μεγάλο μέγεθος, μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο «Μουντιάλ εμπιστευτικό» που κυκλοφορεί από τη Historical Quest