Η χθεσινή 12ωρη Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής.
Με δύο ενεργά πολεμικά μέτωπα στα σύνορα της ηπείρου και μια διεθνή σκηνή που μεταβάλλεται βίαια, θα περίμενε κανείς καθαρές αποφάσεις, σαφή στρατηγική και κυρίως πολιτικό θάρρος. Αντί γι’ αυτό, επιβεβαιώθηκε για ακόμη μία φορά η βασική παθογένεια της Ευρώπης: η αδυναμία να περάσει από τα λόγια στην πράξη.
Δώδεκα ώρες διαβουλεύσεων κατέληξαν σε γενικόλογες διατυπώσεις και αναβολές. Ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Φρίντριχ Μερτς δεν κατάφεραν να γεφυρώσουν τις διαφορές, ενώ η επιμονή του Βίκτορ Όρμπαν μπλόκαρε κρίσιμες αποφάσεις για την Ουκρανία. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο: μια Ένωση που δείχνει να γνωρίζει το πρόβλημα, αλλά να φοβάται τη λύση.
Η ατολμία αυτή δεν είναι συγκυριακή. Είναι δομική. Η Ευρώπη έχει εκπαιδευτεί να λειτουργεί με όρους συναίνεσης σε περιόδους σταθερότητας, όχι κρίσης. Όταν όμως οι εξελίξεις απαιτούν ταχύτητα και αποφασιστικότητα, το μοντέλο αυτό καταρρέει. Κάθε χώρα τραβά τη δική της γραμμή, κάθε ηγέτης υπολογίζει το εσωτερικό πολιτικό κόστος και τελικά η κοινή ευρωπαϊκή φωνή χάνεται μέσα στον θόρυβο των διαφωνιών.
Και ενώ στις Βρυξέλλες η συζήτηση εξαντλείται, η πραγματικότητα τρέχει. Η Μέση Ανατολή φλέγεται, η ενεργειακή ασφάλεια απειλείται και η Ουκρανία συνεχίζει να χρειάζεται στήριξη. Η Ευρώπη, όμως, μοιάζει να στέκεται ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις, πάντα αντιδρώντας, ποτέ προλαμβάνοντας.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η στάση της Ελλάδας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν περίμενε την «τέλεια» ευρωπαϊκή απόφαση για να κινηθεί. Με την ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων σε πέντε ώρες στην Κύπρο, η Ελλάδα επέλεξε να είναι παρούσα με όρους ισχύος και όχι απλώς δηλώσεων.
Η διαφορά προσέγγισης είναι αποκαλυπτική. Από τη μία, μια Ένωση που χρειάζεται 12 ώρες για να μην αποφασίσει τίποτα. Από την άλλη, μια χώρα που στο μισό χρονικό πλαίσιο αναλαμβάνει πρωτοβουλία. Δεν πρόκειται για σύγκριση μεγέθους, αλλά για σύγκριση νοοτροπίας.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Ή θα αποκτήσει τη βούληση να λειτουργήσει ως πραγματικός γεωπολιτικός παίκτης ή θα συνεχίσει να περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή με ισχυρή ρητορική αλλά περιορισμένη επιρροή.
Η χθεσινή Σύνοδος έδωσε ήδη μια πρώτη απάντηση. Και δεν ήταν η απάντηση που χρειάζεται η εποχή.