Με ύφος σχεδόν σωτηριολογικό, ο Χάρης Δούκας επιχειρεί μέσα από το σημερινό του άρθρο στα «ΝΕΑ» να εμφανιστεί ως ο δήμαρχος που θα λύσει το στεγαστικό πρόβλημα της Αθήνας.

Μόνο που πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, τα ποσοστά και τις εύκολες διαπιστώσεις, κρύβεται για ακόμη μία φορά η γνωστή πολιτική συνταγή των γενικών ευχολογίων, χωρίς κοστολόγηση, χωρίς σαφές σχέδιο εφαρμογής και κυρίως χωρίς καμία επαφή με την πραγματική οικονομία.

Ο δήμαρχος Αθηναίων αναφέρεται στις 117.000 κενές κατοικίες και στις 38.000 μη ηλεκτροδοτούμενες, λες και πρόκειται για έτοιμα διαμερίσματα που περιμένουν απλώς κάποιον να γυρίσει έναν διακόπτη για να μπουν ενοικιαστές. Η πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική και πολύ πιο σύνθετη από την επικοινωνιακή αφήγηση που επιχειρεί να στήσει.

Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των ακινήτων είναι παλαιά, εγκαταλελειμμένα ή οικονομικά ασύμφορα προς αξιοποίηση. Πολλά εξ αυτών βρίσκονται εγκλωβισμένα σε πολυϊδιοκτησίες, κληρονομικές εκκρεμότητες, δικαστικές διαμάχες, πολεοδομικές αυθαιρεσίες ή απαιτούν τεράστια κεφάλαια ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης. Ο ίδιος ο Δούκας παραδέχεται ότι το 85% έχει κατασκευαστεί πριν το 1980. Αυτό ακριβώς, όμως, αποδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος και όχι την ευκολία της λύσης.

Διότι ποιος θα πληρώσει το κόστος; Ο Δήμος; Το κράτος; Οι ιδιοκτήτες; Οι φορολογούμενοι;

Σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα, το άρθρο του δημάρχου δεν δίνει καμία απάντηση.

Αναφέρεται αόριστα σε «ευρωπαϊκούς πόρους», «κίνητρα» και «ανακαινίσεις», χωρίς να εξηγεί ούτε το ύψος των απαιτούμενων κονδυλίων ούτε το πώς θα εξασφαλιστούν. Για να επανέλθει στην αγορά ένα παλιό διαμέρισμα της δεκαετίας του ’60 ή του ’70 απαιτούνται συχνά δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Ενεργειακές παρεμβάσεις, στατικά ζητήματα, ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, ανελκυστήρες, μονώσεις, πυρασφάλεια. Μιλάμε για ένα οικονομικό βάρος που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνά την πραγματική αξία του ίδιου του ακινήτου.

Αυτό το στοιχείο ο Χάρης Δούκας το παρακάμπτει πλήρως, διότι χαλάει το επικοινωνιακό αφήγημα της «εύκολης λύσης».

Και βέβαια, υπάρχει και η άλλη μεγάλη αντίφαση. Από τη μία ο δήμαρχος επιτίθεται στα funds και στην αγορά real estate, κατηγορώντας τους περίπου ως υπεύθυνους για την κρίση στέγης. Από την άλλη, όμως, η ίδια η αγορά είναι αυτή που τα τελευταία χρόνια ανακαινίζει και επαναφέρει τεράστιο αριθμό εγκαταλελειμμένων ακινήτων στην Αθήνα. Χωρίς ιδιωτικά κεφάλαια, χωρίς επενδυτές και χωρίς αναπτυξιακή κινητικότητα, μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος θα συνέχιζε να καταρρέει.

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι η ευκολία με την οποία ο δήμαρχος μιλά για «αποκλιμάκωση ενοικίων», λες και η αγορά λειτουργεί με διοικητικές εξαγγελίες. Η στεγαστική κρίση στην Αθήνα δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των κλειστών διαμερισμάτων.

Είναι αποτέλεσμα:

- της εκτόξευσης του ενεργειακού κόστους,

- της φορολογικής επιβάρυνσης των ιδιοκτητών,

- της έλλειψης νέας οικοδομικής παραγωγής επί χρόνια,

- των χαμηλών εισοδημάτων,

- της υπερσυγκέντρωσης πληθυσμού στην πρωτεύουσα,

- αλλά και της αδυναμίας του κράτους να διαμορφώσει σοβαρή στεγαστική πολιτική εδώ και δεκαετίες.

Ο Δούκας, όμως, εμφανίζεται σαν να ανακάλυψε τώρα το πρόβλημα και σαν να αρκεί μια «συζήτηση με την ΠΟΜΙΔΑ» για να λυθεί.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι παρουσιάζει ως μεγάλη δημοτική παρέμβαση τον εντοπισμό… εννέα διαμερισμάτων κοινωνικής κατοικίας. Εννέα. Σε μια πόλη εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων και με τεράστιες στεγαστικές πιέσεις. Και την ίδια στιγμή μιλά για ανάγκη χιλίων κατοικιών λες και υπάρχει ήδη εξασφαλισμένο σχέδιο χρηματοδότησης, χωροθέτησης και υλοποίησης.

Πού είναι οι μελέτες; Πού είναι τα χρονοδιαγράμματα; Πού είναι τα οικονομικά στοιχεία; Πού είναι οι δεσμευμένοι πόροι;

Πουθενά. Διότι ακόμη μία φορά, ο δήμαρχος επενδύει περισσότερο στην πολιτική εικόνα παρά στη διοικητική ουσία.

Και αυτό είναι κάτι που αρχίζει πλέον να γίνεται εμφανές σε πολλά επίπεδα της δημοτικής διοίκησης. Από τα ζητήματα καθαριότητας και καθημερινότητας μέχρι τις υποδομές, τις καθυστερήσεις έργων και τις διαρκείς εξαγγελίες χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα, η δημοτική αρχή μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο με επικοινωνιακές κορώνες παρά με συγκεκριμένο σχέδιο υλοποίησης.

Η αλήθεια είναι ότι η στεγαστική κρίση είναι υπαρκτή και βαθιά. Όμως η αντιμετώπισή της απαιτεί σοβαρότητα, οικονομικό ρεαλισμό και τεκμηριωμένες παρεμβάσεις. Όχι πολιτικά συνθήματα περί «αφελληνισμού περιουσιών» και γενικόλογες επιθέσεις στην αγορά.

Διότι όταν ένας δήμαρχος μιλά για χιλιάδες κλειστά σπίτια χωρίς να εξηγεί ποιος θα χρηματοδοτήσει την αποκατάστασή τους, πόσο θα κοστίσει, ποιοι ιδιοκτήτες θα συμμετάσχουν και ποιο θεσμικό πλαίσιο θα εφαρμοστεί, τότε δεν παρουσιάζει στεγαστική πολιτική. Παρουσιάζει πολιτικό μανιφέστο χωρίς αντίκρισμα.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της διοίκησης Δούκα: πολλές εξαγγελίες, πολλή επικοινωνία, αλλά ολοένα και λιγότερη επαφή με τη δύσκολη πραγματικότητα της πόλης και της οικονομίας.