Η σημασία της απόφασης της αναβάθμισης των προοπτικών της Ελλάδας, σε θετικές πριν τη 90ή ΔΕΘ και τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη, από την Morningstar DBRS.
Η Morningstar DBRS διατηρεί την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB, αλλά αλλάζει τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές. Η απόφαση έρχεται την παραμονή της 90ής ΔΕΘ και αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης ετοιμάζεται να παρουσιάσει ένα πακέτο μέτρων άνω των €2 δισ. για εισοδήματα, συντάξεις, μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες, μικρές επιχειρήσεις και αγρότες και με στόχο την στήριξη της μεσαίας τάξης.
Υπάρχουν οικονομικές ειδήσεις που έχουν σημασία για την αγορά και άλλες που έχουν σημασία για ολόκληρο το πολιτικό και οικονομικό αφήγημα μιας χώρας. Η σημερινή απόφαση της Morningstar DBRS ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ο καναδικός οίκος επιβεβαίωσε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο BBB, αλλά ταυτόχρονα αναβάθμισε την τάση από Stable σε Positive, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα ότι, εφόσον συνεχιστεί η σημερινή πορεία, το επόμενο βήμα μπορεί να είναι μια νέα αναβάθμιση της ίδιας της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Και το γεγονός ότι η απόφαση έρχεται μία ημέρα πριν από την 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν αλλάζει την οικονομική ουσία της αξιολόγησης, αλλά αλλάζει αναμφισβήτητα το πολιτικό της βάρος. Σήμερα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανεβαίνει στο βήμα της ΔΕΘ για να παρουσιάσει ένα πακέτο μέτρων άνω των €2 δισ., το οποίο θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις εισοδημάτων και παρεμβάσεις για συνταξιούχους, μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες, μικρές επιχειρήσεις και αγρότες.
Τι ακριβώς αναβάθμισε η DBRS
Πρώτα χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση: η Morningstar DBRS δεν αναβάθμισε σήμερα την πιστοληπτική βαθμίδα της Ελλάδας από BBB σε υψηλότερη κατηγορία. Διατήρησε το BBB.
Αυτό που άλλαξε είναι η τάση, δηλαδή η κατεύθυνση προς την οποία θεωρεί πιθανό να κινηθεί η αξιολόγηση στο μέλλον.
Και αυτή η διάκριση έχει μεγάλη σημασία.
Το Positive Trend σημαίνει, με απλά λόγια, ότι ο οίκος βλέπει πλέον περισσότερες πιθανότητες για μια μελλοντική αναβάθμιση παρά για υποβάθμιση, εφόσον η Ελλάδα συνεχίσει να επιτυγχάνει τους δημοσιονομικούς και μεταρρυθμιστικούς στόχους της.
Παράλληλα, η DBRS επιβεβαίωσε τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις της Ελλάδας στο R-2 (high), αλλά και εδώ άλλαξε την τάση από σταθερή σε θετική.
Με άλλα λόγια, η αγορά δεν παίρνει σήμερα ένα ακόμη «σκαλοπάτι» στην αξιολόγηση. Παίρνει κάτι εξίσου σημαντικό: ένα μήνυμα ότι το επόμενο σκαλοπάτι είναι πλέον ορατό.
Το χρέος είναι το μεγάλο κλειδί
Ο βασικός λόγος πίσω από την απόφαση βρίσκεται στην πορεία του ελληνικού δημοσίου χρέους.
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα συνεχίσει να μειώνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τις προβολές που επικαλείται, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να υποχωρήσει από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 σε 134,4% στο τέλος του 2027.
Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην εικόνα της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ευρωζώνη. Όμως για τις αγορές δεν έχει σημασία μόνο το ύψος του χρέους. Έχει τεράστια σημασία η κατεύθυνσή του.
Μια χώρα με πολύ υψηλό χρέος αλλά σταθερά καθοδική πορεία του δείκτη χρέους/ΑΕΠ και ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα μπορεί να θεωρείται λιγότερο επικίνδυνη από μια χώρα με χαμηλότερο χρέος αλλά αυξανόμενες ανάγκες χρηματοδότησης.
Και ακριβώς αυτή τη μεταβολή αναγνωρίζει η DBRS.
Τα πρωτογενή πλεονάσματα δίνουν χώρο στην κυβέρνηση
Εδώ βρίσκεται και η άμεση σύνδεση με τις αυριανές εξαγγελίες του πρωθυπουργού.
Η Ελλάδα αναμένεται να καταγράψει πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ το 2026, έναντι 4,9% το 2025, ενώ για το 2027 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πλεόνασμα 3,7%.
Αυτό είναι κρίσιμο γιατί σημαίνει ότι η κυβέρνηση μπορεί να προχωρήσει σε δημοσιονομικές παρεμβάσεις χωρίς να εγκαταλείπει τον βασικό στόχο της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Αυτό ακριβώς είναι και το δύσκολο σημείο της εξίσωσης.
Δεν αρκεί να έχει μια κυβέρνηση χρήματα για να μοιράσει. Πρέπει να μπορεί να τα διαθέσει χωρίς να δημιουργήσει την εντύπωση ότι επιστρέφει στις λογικές των ανεξέλεγκτων ελλειμμάτων.
Η DBRS, μάλιστα, αναγνωρίζει ότι έχουν ήδη ληφθεί επεκτατικά μέτρα, όπως μειώσεις φόρων εισοδήματος, αυξήσεις συντάξεων και ενεργειακή στήριξη, αλλά εκτιμά ότι η δημοσιονομική επίδοση παραμένει ισχυρή.
Αυτό δημιουργεί το οικονομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να κινηθεί η κυβέρνηση στη ΔΕΘ.
Η ΔΕΘ αποκτά διαφορετικό οικονομικό φόντο
Η χρονική σύμπτωση είναι, επομένως, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Η 90ή ΔΕΘ ξεκινά αύριο, 5 Σεπτεμβρίου, και ολοκληρώνεται στις 13 Σεπτεμβρίου.
Ο πρωθυπουργός έφτασε στη Θεσσαλονίκη έχοντας μπροστά του μια δύσκολη πολιτική εξίσωση: από τη μία υπάρχει η πίεση των νοικοκυριών από το κόστος ζωής και από την άλλη η ανάγκη να μη διαταραχθεί η δημοσιονομική εικόνα της χώρας.
Οι πληροφορίες για το πακέτο των μέτρων μιλούν για παρεμβάσεις άνω των €2 δισ., περίπου 1% του ΑΕΠ, με εφαρμογή από το 2026 και το 2027.
Η σημερινή απόφαση της DBRS δεν «χρηματοδοτεί» τις εξαγγελίες και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ο οίκος αξιολόγησης προεξοφλεί συγκεκριμένα κυβερνητικά μέτρα.
Το μήνυμα είναι διαφορετικό:
Η Ελλάδα έχει πλέον δημοσιονομικό χώρο επειδή η οικονομία αναπτύσσεται, τα φορολογικά έσοδα έχουν ενισχυθεί, τα πρωτογενή πλεονάσματα παραμένουν υψηλά και το χρέος κινείται καθοδικά.
Αυτό είναι το οικονομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί ένα πακέτο ελαφρύνσεων.
Δεν είναι μόνο το χρέος – είναι και η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου
Η Morningstar DBRS δεν βλέπει μόνο αριθμούς στον κρατικό προϋπολογισμό.
Στην αξιολόγησή της αναγνωρίζει ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν ενισχύσει τη φορολογική συμμόρφωση και έχουν διευρύνει τη φορολογική βάση. Μεταξύ 2019 και 2025, το μερίδιο των φόρων εισοδήματος και ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερο περιορίζεται η φοροδιαφυγή και όσο μεγαλύτερη γίνεται η φορολογική συμμόρφωση, τόσο περισσότερο μπορεί το κράτος να αυξάνει τα έσοδά του χωρίς να αυξάνει αντίστοιχα τους φορολογικούς συντελεστές.
Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό δημοσιονομικό μοντέλο.
Και είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η σημερινή αξιολόγηση έχει μεγαλύτερη σημασία από μια απλή μεταβολή σε έναν αριθμό.
Τι σημαίνει για τις αγορές
Για τις αγορές, η θετική τάση της DBRS λειτουργεί ως σήμα αξιοπιστίας.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στην επενδυτική βαθμίδα. Επομένως, το ζητούμενο πλέον δεν είναι η έξοδος από το καθεστώς «σκουπιδιών» των προηγούμενων ετών, αλλά η περαιτέρω βελτίωση της πιστοληπτικής της εικόνας.
Κάθε βελτίωση της αξιολόγησης μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να διευρύνει τη βάση των επενδυτών που είναι διατεθειμένοι να τοποθετήσουν κεφάλαια σε ελληνικό χρέος και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη προς την ελληνική οικονομία.
Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι «πέφτουν αύριο τα επιτόκια για όλους».
Σημαίνει όμως ότι η χώρα αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως ένας κανονικός, αξιόπιστος εκδότης μέσα στην ευρωπαϊκή αγορά κρατικού χρέους.
Και αυτό έχει δευτερογενείς επιπτώσεις και στην πραγματική οικονομία: στις τράπεζες, στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, στις επενδύσεις και τελικά στο κόστος χρήματος.
Το σημαντικότερο μήνυμα: η Ελλάδα δεν αξιολογείται πλέον με βάση το παρελθόν της
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πολιτικοοικονομική σημασία της σημερινής απόφασης.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, η Ελλάδα αξιολογούνταν κυρίως υπό το πρίσμα της κρίσης χρέους, των μνημονίων, της δημοσιονομικής εκτροπής και του κινδύνου επιστροφής στην κρίση.
Σήμερα η συζήτηση έχει αλλάξει.
Η Morningstar DBRS μιλά για καθοδική πορεία χρέους, ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, μεταρρυθμίσεις, βελτιωμένο τραπεζικό τομέα και αξιόπιστο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα προβλήματα έχουν λυθεί.
Ο ίδιος ο οίκος επισημαίνει το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, το μικρό μέγεθος της ελληνικής οικονομίας και τις εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Άρα η θετική τάση δεν είναι λευκή επιταγή.
Είναι επιβράβευση της μέχρι σήμερα πορείας και ταυτόχρονα προϋπόθεση για τη συνέχισή της.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα της ΔΕΘ
Η σημερινή ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη αποκτά έτσι ένα πρόσθετο ενδιαφέρον.
Η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει μέτρα για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, χωρίς να βρίσκεται απέναντι σε μια αγορά που αμφισβητεί τη δημοσιονομική της πορεία. Οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις, σύμφωνα με το Reuters, θα αφορούν μεταξύ άλλων συνταξιούχους, χαμηλόμισθους, ελεύθερους επαγγελματίες, μικρές επιχειρήσεις και αγρότες.
Το κρίσιμο, όμως, δεν θα είναι μόνο πόσα θα ανακοινωθούν.
Θα είναι πώς θα χρηματοδοτηθούν και αν θα συνδέονται με ένα συνεκτικό αναπτυξιακό σχέδιο.
Γιατί η DBRS ουσιαστικά δείχνει τον δρόμο: η Ελλάδα μπορεί να αναβαθμιστεί περαιτέρω εφόσον συνεχίσει να μειώνει το χρέος και να προχωρά μεταρρυθμίσεις που κινητοποιούν επενδύσεις και ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Άρα η ΔΕΘ δεν είναι απλώς η στιγμή για να ανακοινωθούν παροχές.
Είναι η στιγμή για να αποδειχθεί ότι η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να μετατρέπεται σε μόνιμη βελτίωση του εισοδήματος και της παραγωγικής βάσης της χώρας.
Από το «πόσα θα δώσει» στο «τι οικονομία χτίζει»
Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικότερο μήνυμα της συγκυρίας.
Η Ελλάδα έχει περάσει από το ερώτημα «μπορεί το κράτος να δανειστεί;» στο ερώτημα «πόσο γρήγορα μπορεί να βελτιώσει την οικονομική της θέση;».
Η χθεσινή απόφαση της Morningstar DBRS δείχνει ότι οι διεθνείς οίκοι βλέπουν πλέον αυτή την αλλαγή.
Η χώρα εξακολουθεί να έχει προβλήματα. Το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει χαμηλό σε ευρωπαϊκή σύγκριση, η ανεργία παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ και το κόστος ζωής εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά.
Όμως η μακροοικονομική εικόνα έχει αποκτήσει ένα χαρακτηριστικό που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε εξαιρετικά δύσκολο: δημοσιονομική αξιοπιστία και ταυτόχρονα δυνατότητα άσκησης κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής.
Και αυτό είναι το πραγματικό κεφάλαιο με το οποίο ο πρωθυπουργός πηγαίνει αύριο στη Θεσσαλονίκη.
Η DBRS δεν είπε ότι η Ελλάδα τελείωσε τη διαδρομή.
Είπε κάτι πιο χρήσιμο:
ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία που μπορεί να οδηγήσει στο επόμενο επίπεδο.
Τώρα η ΔΕΘ καλείται να δείξει αν αυτή η δημοσιονομική βελτίωση μπορεί να μεταφραστεί σε περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα, περισσότερες επενδύσεις, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και τελικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο.
Και αυτή είναι μια πολύ διαφορετική συζήτηση από εκείνη που γινόταν πριν από λίγα χρόνια για την Ελλάδα.
Από τη διαχείριση της κρίσης, η χώρα περνά πλέον στη διαχείριση της επόμενης ημέρας.