Η εντυπωσιακή άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) δεν εξηγείται μόνο από το μεταναστευτικό.
Τριάντα έξι χρόνια μετά την επανένωση, οικονομικές ανισότητες, δημογραφική συρρίκνωση, απογοήτευση από το Βερολίνο και φθορά των παραδοσιακών κομμάτων διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό τοπίο στην ανατολική Γερμανία.
Το 43,8% που κατέγραψε η AfD στο πρώην ανατολικογερμανικό κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη εκλογική επιτυχία της γερμανικής ακροδεξιάς. Πρόκειται για πολιτικό σεισμό με επιπτώσεις που υπερβαίνουν τα σύνορα ενός κρατιδίου με λίγο περισσότερους από δύο εκατομμύρια κατοίκους.
Η AfD υπερδιπλασίασε το 20,8% του 2021 και αναδείχθηκε με τεράστια διαφορά πρώτη δύναμη. Την ίδια στιγμή, το CDU υποχώρησε στο 17,2% από 37,1%, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοσή του στην ιστορία του κρατιδίου. Η AfD εξασφαλίζει 39 από τις 83 έδρες, χωρίς όμως να επιτυγχάνει την απόλυτη πλειοψηφία. Για να ερμηνευθεί αυτό το αποτέλεσμα, πρέπει κανείς να κοιτάξει πέρα από την κάλπη της 6ης Σεπτεμβρίου και να επιστρέψει στο 1990.
Τα τραύματα της επανένωσης παραμένουν
Η Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα των αντιφάσεων της γερμανικής επανένωσης. Η περιοχή εκσυγχρονίστηκε, απέκτησε νέες υποδομές και προσέλκυσε επενδύσεις. Ωστόσο, το κοινωνικό κόστος της μετάβασης από την οικονομία της πρώην Ανατολικής Γερμανίας στο δυτικό μοντέλο υπήρξε μεγάλο.
Η αποβιομηχάνιση των πρώτων χρόνων εξαφάνισε χιλιάδες θέσεις εργασίας και ακολούθησε μαζική μετακίνηση, κυρίως νέων και μορφωμένων ανθρώπων, προς τα δυτικά κρατίδια.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στη δημογραφία. Από περίπου 2,9 εκατομμύρια κατοίκους το 1990, η Σαξονία-Άνχαλτ έχει περιοριστεί σήμερα σε περίπου 2,1 εκατομμύρια, ενώ διαθέτει έναν από τους γηραιότερους πληθυσμούς της Γερμανίας.
Παράλληλα, η οικονομική σύγκλιση παραμένει ανολοκλήρωτη. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από τον γερμανικό μέσο όρο και η ανεργία παραμένει υψηλότερη από το σύνολο της χώρας. Έτσι, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας θεωρεί ότι η υπόσχεση για πλήρη σύγκλιση Ανατολής και Δύσης δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Αυτό το αίσθημα οικονομικής και πολιτικής εγκατάλειψης μετατρέπεται πλέον σε εκλογική συμπεριφορά.
Από την ψήφο διαμαρτυρίας στην ψήφο εξουσίας
Η AfD κατάφερε να συνδέσει αυτή τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια με μια ευρύτερη πολιτική ατζέντα. Το μεταναστευτικό αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους καταλύτες. Σε μια κοινωνία που έχει ήδη βιώσει μεγάλες δημογραφικές μεταβολές, η αύξηση του αριθμού των αλλοδαπών κατοίκων μετά το 2015 τροφοδότησε ανησυχίες γύρω από την ασφάλεια, τις κοινωνικές παροχές και την τοπική ταυτότητα.
Όμως το 43,8% δεν μπορεί πλέον να εξηγηθεί μόνο ως αντιμεταναστευτική ψήφος. Η δυσαρέσκεια απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι έντονη. Η οικονομία, το ενεργειακό κόστος, η μετανάστευση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι σχέσεις με τη Ρωσία έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό πολιτικό μείγμα.
Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η AfD δεν αντιμετωπίζεται πλέον από τους ψηφοφόρους της μόνο ως όχημα τιμωρίας του πολιτικού συστήματος. Αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά κόμματος εξουσίας.
Η διεύρυνση της επιρροής της σε διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες, αλλά και η αυξανόμενη εμπιστοσύνη στις θέσεις της για την οικονομία, την απασχόληση, την εγκληματικότητα και τη μετανάστευση, δείχνουν ότι η εκλογική της βάση γίνεται περισσότερο συμπαγής.
Σε αυτό συνέβαλε και ο 36χρονος Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο οποίος, με έντονη παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα και ιδιαίτερα στο TikTok, επιχείρησε να παρουσιάσει την AfD ως μια περισσότερο «κανονική» λαϊκή πολιτική δύναμη και να προσεγγίσει νεότερες ηλικίες.
Το αποτέλεσμα αποτελεί, επομένως, μια βαριά προειδοποίηση για ολόκληρο το γερμανικό πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα για τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντι στην AfD εξακολουθεί να λειτουργεί σε επίπεδο κομματικών συνεργασιών. Δημιουργείται όμως ένα πρωτοφανές πολιτικό παράδοξο: το κόμμα που συγκέντρωσε σχεδόν 44% και διαθέτει 39 από τις 83 έδρες μπορεί να παραμείνει εκτός κυβέρνησης.
Η Σαξονία-Άνχαλτ στέλνει έτσι ένα μήνυμα που το Βερολίνο δύσκολα μπορεί να αγνοήσει. Η AfD δεν βρίσκεται πλέον στην πολιτική περιφέρεια της ανατολικής Γερμανίας. Έχει μετατραπεί στην κυρίαρχη πολιτική της δύναμη.
Και το κρίσιμο ερώτημα για τη Γερμανία δεν είναι πλέον μόνο πώς θα περιορίσει την AfD, αλλά εάν τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές και κοινωνικές αιτίες που οδηγούν ένα τόσο μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων προς αυτήν.