Πυρ και μανία ο Ευάγγελος Βενιζέλος από τις μπηχτές του Νίκου Αλιβιζάτου για την αναθεώρηση του 2001.

Η ένταση στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών είχε άρωμα πίκρας. Από εκείνη τη βαριά, επίμονη πίκρα που δεν έχει να κάνει με το γράμμα του συντάγματος, αλλά με το αποτύπωμα που άφησε –ή δεν άφησε– ο χρόνος πάνω σε πρόσωπα και φιλοδοξίες.

Το άρθρο 86 περί ποινικής ευθύνης υπουργών ήταν απλώς το πρόσχημα, καθώς το πραγματικό διακύβευμα ήταν πολύ πιο προσωπικό και αφορούσε θέσεις και οφίτσια.

Στο ίδιο τραπέζι, δύο από τους πλέον γνωστούς συνταγματολόγους της μεταπολίτευσης, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Νίκος Αλιβιζάτος, συγκρούστηκαν δημόσια, με τρόπο που ξέφευγε από τα όρια της επιστημονικής διαφωνίας. Οι τόνοι ανέβηκαν, οι φράσεις σκλήρυναν και το παρελθόν επανήλθε ορμητικά στο παρόν.

Ο Νίκος Αλιβιζάτος άνοιξε τη συζήτηση με μια αιχμηρή αποτίμηση της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001. Κατά την άποψή του, η τότε αλλαγή του άρθρου 86 δεν αποτέλεσε πρόοδο, αλλά υποχώρηση. Η καθιέρωση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Βουλής για την άσκηση ποινικών διώξεων κατά υπουργών, όπως υποστήριξε, περιόρισε τον ρόλο της Δικαιοσύνης και ενίσχυσε τη λογική της πολιτικής προστασίας. «Βαγγέλη, η σύγκριση του 1975 με το 2001 είναι καταλυτική», είπε, δείχνοντας ευθέως τον άνθρωπο που ταυτίστηκε όσο λίγοι με εκείνη την αναθεώρηση.

Η απάντηση του Ευάγγελου Βενιζέλου –όπως ήταν λογικό– δεν ήταν ψύχραιμη. Μίλησε για «παραπληροφόρηση» και αμφισβήτησε τη βασική παραδοχή του συνομιλητή του: ότι δηλαδή πριν από το 2001 οι δικαστικές αρχές μπορούσαν να κινηθούν ανεμπόδιστα κατά υπουργών. «Είναι δυνατόν να λέμε ότι πιο πριν μπορούσε ο δικαστής να ασκεί ποινικές διώξεις σε υπουργούς;» διερωτήθηκε σε έντονο ύφος, πιέζοντας τον Αλιβιζάτο να κατονομάσει έστω ένα ιστορικό παράδειγμα εισαγγελέα που παρέκαμψε τη Βουλή.

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επέμεινε ότι η αναθεώρηση του 2001 –η οποία, όπως υπενθύμισε, ψηφίστηκε ομόφωνα– επιχειρούσε να θεραπεύσει τις στρεβλώσεις που είχαν αναδειχθεί το 1989 και να επαναφέρει στοιχειώδη θεσμική τάξη σε ένα πεδίο που είχε μετατραπεί σε πολιτικό ναρκοπέδιο. Δεν επρόκειτο, κατά τον ίδιο, για φίμωση της Δικαιοσύνης, αλλά για σαφή οριοθέτηση αρμοδιοτήτων.

Η συζήτηση πήρε ακόμη πιο πολιτική τροπή όταν ο Βενιζέλος συνέδεσε ευθέως τη διατύπωση του άρθρου 86 με μεγάλες και φορτισμένες υποθέσεις της πρόσφατης ιστορίας: Novartis, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη. Υποστήριξε ότι η συνταγματική αρχιτεκτονική καθόρισε τις διαφορετικές νομικές διαδρομές και τα αποτελέσματα σε κάθε περίπτωση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η σημερινή κριτική στο άρθρο 86 γίνεται εκ των υστέρων και κατά το δοκούν.

«Συνταγματικός λαϊκισμός»

Το επεισόδιο, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στα όρια της εκδήλωσης. Η κυβέρνηση έσπευσε να απαντήσει, με τον Παύλο Μαρινάκη να κατηγορεί τον Βενιζέλο για «συνταγματικό λαϊκισμό». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπενθύμισε ότι το άρθρο 86 «προϋπήρχε» και ότι το κρίσιμο «αμελλητί» –η υποχρέωση δηλαδή να διακόπτεται η δικαστική έρευνα μόλις εμφανιστεί όνομα πολιτικού– προστέθηκε το 2001, όταν ο Βενιζέλος είχε κεντρικό ρόλο στην αναθεώρηση.

«Ο άνθρωπος που πρωτοστάτησε στο να απαγορεύεται στη Δικαιοσύνη να κάνει έρευνα κατηγορεί εμάς που κάναμε υποχρεωτική χρήση της διάταξης», είπε χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αποσβεστική προθεσμία, σημειώνοντας ότι «το να τη γλιτώνουν κάποιοι δύο χρόνια μετά τις εκλογές μπήκε στο σύνταγμα το 2001», για να προσθέσει με νόημα: «Ποιος την έβγαλε; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης».

Νωρίτερα, ο (πικραμένος πολιτικά) Ε. Βενιζέλος είχε κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι πρώτα καταστρατηγεί το άρθρο 86 στις υποθέσεις ΟΠΕΚΕΠΕ και Τεμπών και μετά εμφανίζεται έτοιμη να το «βελτιώσει». Υπενθύμισε ότι το 2019 η Νέα Δημοκρατία είχε κάθε δυνατότητα να αλλάξει τη διάταξη και δεν το έκανε, καταλήγοντας σε μια βαριά παρομοίωση περί «δολοφόνου που κατηγορεί τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

Σε κάθε περίπτωση, η επιμονή, ο τόνος και η ένταση του Ευάγγελου Βενιζέλου προδίδουν κάτι βαθύτερο. Μια συσσωρευμένη πίκρα για το πώς διαβάζεται σήμερα η πολιτική του κληρονομιά. Και ίσως για το γεγονός ότι η διαδρομή του δεν κατέληξε ποτέ στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα, το οποίο φαίνεται να εποφθαλμιούσε. Και πλέον στρέφεται εναντίον της σημερινής κυβέρνησης, καθώς ήδη έχει μιλήσει για ζήτημα διακυβέρνησης, μολονότι η κυβέρνηση διατηρεί 156 βουλευτές συν ορισμένες ενδεχόμενες εφεδρείες.