Οι «θεσμικοί» δημοσιολόγοι κόπτονται για την τύχη της συνταγματικής αναθεώρησης, αλλά δεν λένε κουβέντα για την πολιτική τοξικότητα.

Η πρόταση-πρόσκληση του πρωθυπουργού να αρχίσει η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση άνοιξε και τον χορό της αντιπαράθεσης συνταγματολόγων και «θεσμικών» παραγόντων για το αν η διαδικασία είναι εφικτό να παραγάγει αποτέλεσμα. Αν δηλαδή η συζήτηση οδηγήσει και στην τελική φάση της αναθεώρησης ή αν θα αποτελέσει μόνο ένα ακόμη πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για εσωτερική κατανάλωση με ορίζοντα τις κάλπες.

Οι λιγότερο ή περισσότερο ειδικοί διαφωνούν τόσο αναφορικά με τις κυβερνητικές προθέσεις όσο και με τον ρόλο της αντιπολίτευσης. Και εκεί μοιάζει να στήνεται μία ακόμη commedia dell'arte στον δημόσιο βίο της χώρας. Έγκριτοι νομικοί, πανεπιστημιακοί με την τήβεννο και πολιτειολόγοι εκφράζουν επιφυλάξεις και ανησυχία για την τύχη της συνταγματικής αναθεώρησης και αλαλάζουν με κροκοδείλια δάκρυα για την κατακερματισμένη αντιπολίτευση.

Είναι οι ίδιοι που στις δημόσιες τοποθετήσεις τους έχουν κατά καιρούς στηλιτεύσει την τοξικότητα και την πόλωση, που έχουν σχεδόν επικρατήσει στην αντιπολιτευτική στάση των κομμάτων. Οι ίδιοι που υπερθεματίζουν για την πολιτική σταθερότητα και την υπεύθυνη αντιπολίτευση.

Ίσως, πάντως αυτή η αντίφαση, σε πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, δίνει και την αφορμή για να τεθεί το ζήτημα στην πραγματική και ουσιαστική του διάσταση. Πριν, λοιπόν, ή και παράλληλα με την όποια συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, καλούμαστε να απαντήσουμε σε δύο βασικά ερωτήματα: Ακόμη και το πλέον άρτιο και δίκαιο σύνταγμα του κόσμου απειλείται ή όχι με διάβρωση από την κυριαρχία της τοξικότητας στην πολιτική; Χρειάζεται η χώρα μια τοξική αντιπολίτευση;

Η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια πολιτική διαδικασία στην οποία συμμετέχουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά οι γενικές κατευθύνσεις και το περιεχόμενο διαμορφώνονται εν πολλοίς στο ευρύτερο περιβάλλον από την επιστημονική κοινότητα και τον εν γένει διάλογο στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Τυπικά, εφόσον η κυβέρνηση διαθέτει τις 151 ψήφους, μπορεί να ξεκινήσει τη διαδικασία στο Κοινοβούλιο και να καταθέσει τα υπό αναθεώρηση άρθρα. Η οριστική διαμόρφωσή τους και η τελική έγκριση θα γίνουν στην επόμενη Βουλή.

Τα πραγματικά δεδομένα μάλλον δεν συνθέτουν ένα ευοίωνο περιβάλλον για μία τέτοια κορυφαία διαδικασία για την ελληνική Δημοκρατία. Η απαραίτητη ελάχιστη συμφωνία δεν υπάρχει στην παρούσα Βουλή – και είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχει και στην επόμενη, αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπικές εκτιμήσεις για μεγαλύτερο ακόμη κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων.

Τον απαραίτητο αριθμό βουλευτών για την υποβολή μιας πρότασης για τη συνταγματική αναθεώρηση ώστε να μπορεί να συζητηθεί στην επόμενη Βουλή τον διαθέτει μόνο η Νέα Δημοκρατία.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν διαθέτουν τον αριθμό αυτό και για να καταθέσουν μια πρόταση για άλλα άρθρα εκτός από αυτά που προτείνει ο πρωθυπουργός θα πρέπει να συνεργαστούν. Διαφορετικά θα καταγραφούν ως θέσεις στη δημόσια σφαίρα, αλλά τα μόνα άρθρα που θα είναι αναθεωρητέα θα είναι αυτά που θα προτείνει το κυβερνών κόμμα.

Υπάρχει καμία ένδειξη με τις κοκορομαχίες για τον καλύτερο στο χωριό και τις έριδες ακόμη και στο εσωτερικό των… μικρομεσαίων κομμάτων της αντιπολίτευσης (και ειδικά του αυτοπροσδιοριζόμενου προοδευτικού χώρου) ότι οι ηγεσίες τους έχουν τη βούληση να συνεργαστούν και να καταθέσουν στη Βουλή κοινή πρόταση και για άλλα άρθρα προς αναθεώρηση;

Οι όψιμα παρεμβατικοί δημοσιολόγοι, αλλά και οι «θεσμικοί» της πολιτείας και της πολιτικής αποφαίνονται ότι δεν υπάρχει συναίνεση, ούτε καν σε εμβρυακή κατάσταση, και πολύ περισσότερο στο ώριμο στάδιο που απαιτεί μία αναθεώρηση του συντάγματος. Λείπει, ωστόσο, από τις αναφορές πολλών ότι το δομικό πρόβλημα δεν είναι η κατακερματισμένη αντιπολίτευση αλλά η τοξική και λαϊκίστικη αντιπολίτευση.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος προφανώς βρήκε και πάλι πεδίον δόξης λαμπρόν, ακόμη κι αν δέχεται μέχρι σήμερα αυστηρή κριτική για την προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση και το άρθρο 86. Αποφάνθηκε πως «το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών» και υπογράμμισε ότι το βασικό ζήτημα είναι εάν η επόμενη Βουλή μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση πριν επιληφθεί της αναθεώρησης.

Με έντονο τρόπο αμφισβήτησε τις κυβερνητικές προθέσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση ο Γιώργος Σωτηρέλης σημειώνοντας: «Υπάρχει κανείς από όσους παρακολουθούν τον δημόσιο βίο της χώρας που να πιστεύει ότι υπάρχει πιθανότητα να κινηθεί η σημερινή κυβέρνηση προς μια τέτοια κατεύθυνση, ώστε να έχει νόημα να γίνει και μια περαιτέρω συζήτηση με όρους αξιοπιστίας;».

Και προκαλεί τουλάχιστον απορία πώς μετρά την αξιοπιστία ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, όταν έχει καταγραφεί και επικυρωθεί στις εκλογές από την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα βαρόμετρο πολιτικής αξιοπιστίας;

Στον αντίποδα, ο Νίκος Αλιβιζάτος υποστηρίζει ότι η συναίνεση είναι τυπικά και νομικά απαραίτητη στην επόμενη Βουλή και όχι στην παρούσα. «Όλοι βλέπουμε με τις δημοσκοπήσεις πως υπάρχει μια έλλειψη εμπιστοσύνης στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Για να αποκατασταθεί αυτή η εμπιστοσύνη –και εκεί είναι που διαφωνώ με τον κ. Βενιζέλο– το πρόβλημα είναι και το σύνταγμα», επισημαίνει ο έτερος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΕΚΠΑ.

Και ενώ είναι αρκετοί αυτοί που προκρίνουν ως πρόβλημα την αντιστρόφως ανάλογη σχέση μιας ευρείας αναθεώρησης του συντάγματος με την πολιτική συναίνεση, προσθέτουν μία ακόμη ρευστή παράμετρο… ερμηνείας. Αν στις επόμενες εκλογές δεν υπάρξει κυβέρνηση και γίνουν ξανά εκλογές ποια Βουλή θα είναι αναθεωρητική; Η πρώτη ή η δεύτερη;

Σαφής απάντηση δεν υπάρχει, με τον πρώην ΠτΔ, ωστόσο, να υποστηρίζει ότι «η αναθεώρηση του συντάγματος δεν κινδυνεύει να χαθεί εάν η επόμενη Βουλή δεν μακροημερεύσει, καθώς αναθεωρητική Βουλή θα είναι εκείνη που θα έχει τον χρόνο και τη δυνατότητα ολοκλήρωσης του αναθεωρητικού έργου».