Επτά χρόνια μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και την οριστική, όπως θεωρούνταν, εγκατάλειψη κάθε σεναρίου ρήξης με την Ευρωζώνη, οι φωνές υπέρ της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα επανεμφανίζονται – και μάλιστα με πολιτική αυτοπεποίθηση.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ο Γιάνης Βαρουφάκης, δύο πρωταγωνιστές της εκρηκτικής περιόδου του 2015, διατηρούν μέχρι σήμερα κάτι κοινό, πέραν από το γεγονός ότι στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν από τα πρωταγωνιστικά στελέχη που κόντεψαν να ρίξουν τη χώρα στα βράχια: επιμένουν ότι η παραμονή στο ευρώ δεν είναι... φετίχ!

Τα τελευταία τους μηνύματα, σε δημόσιες παρεμβάσεις και συνεντεύξεις, επαναφέρουν στο προσκήνιο έναν παλιό γνώριμο: τη δραχμή. Το εθνικό νόμισμα, που θεωρείται συνώνυμο της καταστροφής, παρουσιάζεται πλέον ως ενδεχόμενη λύση απέναντι σε μια οικονομία που –κατά τους ίδιους– ασφυκτιά εντός του κοινού ευρωπαϊκού νομισματικού πλαισίου.

Άνευ… δογμάτων

Προσφάτως, η επικεφαλής της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, απαντώντας στις αιτιάσεις περί «δραχμισμού», ξεκαθάρισε ότι δεν υπερασπίζεται κανένα νόμισμα δογματικά, αλλά –όπως είπε– «τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη». «Αν μου πείτε δημοκρατία ή ευρώ, θα πω δημοκρατία. Αν μου πείτε δικαιοσύνη ή ευρώ, θα πω δικαιοσύνη», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: «Δεν είμαστε υπερασπιστές κανενός νομίσματος. Θα με κάνετε εμένα “δραχμίστρια”;».

Ωστόσο, παλαιότερα, η ίδια διατηρούσε σαφώς πιο επιθετικό τόνο απέναντι στην ΕΕ και το κοινό νόμισμα: «Η πατρίδα μας έχει παραδοθεί. Ο λαός δεν υπέκυψε, αλλά το ευρώ λειτουργεί ως όπλο εναντίον του. Είναι υποχρέωσή μας να αποκρούσουμε και το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ενωση». Για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, το νόμισμα είναι ένα εργαλείο που, όπως τόνισε, «θα επιτρέψει στους πολίτες να συναλλάσσονται, να τρώνε, να παράγουν. Αυτή είναι η λειτουργία του».

Στην ίδια λογική κινείται, βέβαια, και ο «δραχμιστής Α», Γιάνης Βαρουφάκης. Ο πρώην υπουργός Οικονομικών επιμένει στις δημόσιες παρεμβάσεις ότι ναι μεν «η δραχμή ήταν κάτι κακό, αλλά υπήρχε κάτι χειρότερο: η χρεοδουλοπαροικία έως το 2060. Είναι σίγουρο ότι θα ήμασταν καλύτερα σήμερα αν είχαμε ρισκάρει τότε». Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος θεωρεί πως με μια τέτοια εξέλιξη ο τουρισμός «θα ήταν πάμφθηνος για τους ξένους», τα «κόκκινα» δάνεια θα είχαν κουρευτεί, καθώς η Ελλάδα δεν θα υπαγόταν πλέον στην ευρωπαϊκή εποπτεία (SSM, ΕΚΤ), το δημόσιο χρέος θα είχε υποστεί ντε φάκτο μερική διαγραφή, αφού δεν θα αποπληρωνόταν σε ευρώ.

Σχέδιο καταστροφής

Δεν πρόκειται όμως απλώς για πολιτικές τοποθετήσεις δύο πολιτικών αρχηγών. Σύμφωνα με το βιβλίο του Αμερικανού οικονομολόγου Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ, στενού συνεργάτη του Βαρουφάκη, το περίφημο Plan B, ή Σχέδιο Χ όπως το αποκαλούσαν, ήταν πλήρως επεξεργασμένο. «Ο Γιάνης μού είχε ζητήσει να αρχίσω την προετοιμασία για την περίπτωση εξόδου από το ευρώ», γράφει ο Γκάλμπρεϊθ στο βιβλίο «Καλώς όρισες στη μαρτυρική αρένα». Μια μικρή ομάδα τεχνοκρατών είχε συγκροτηθεί με σκοπό να επεξεργαστεί τα τεχνικά και νομικά βήματα σε περίπτωση κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές.

Και τα βήματα αυτά δεν έμειναν στα χαρτιά. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εποχής, τον Απρίλιο του 2015 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο Τορόντο του Καναδά μεταξύ Ελλήνων αξιωματούχων και στελεχών της καναδικής εταιρείας Fortress Paper Ltd, που ειδικεύεται στην εκτύπωση χαρτονομισμάτων. Η ίδια ομάδα μετέβη και στην Ελβετία, όπου –κατά τις ίδιες πηγές– συμφωνήθηκε παραγγελία εκτύπωσης χαρτονομισμάτων των 5, 10 και 20 ευρώ, συνολικής αξίας 22-25 δισ. ευρώ. Τα χαρτονομίσματα αυτά θα χρησιμοποιούνταν είτε ως ενδιάμεσο εργαλείο (IOUs) είτε ως γέφυρα προς το νέο εθνικό νόμισμα.

Στο παρά πέντε

Το σχέδιο, ωστόσο, αποσύρθηκε την τελευταία στιγμή. Ήταν τότε που ο Αλέξης Τσίπρας, παρά το 62% του «Οχι» στο δημοψήφισμα, επέλεξε να υπογράψει τη συμφωνία και να παραμείνει στην Ευρωζώνη, με τους τότε συντρόφους –μεταξύ των οποίων και η κυρία Κωνσταντοπούλου– να του επιτίθενται με σφοδρότητα.

Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή των «δραχμιστών» στον δημόσιο διάλογο δεν είναι σύμπτωση.

Αποτελεί μια πάγια θέση συγκεκριμένων κομμάτων της Αριστεράς που τη δεδομένη πολιτικά στιγμή επιθυμούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο ρόλο. Και συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι αν η δραχμή επιστρέφει. Το ερώτημα είναι ποιοι εξακολουθούν να τη θεωρούν λύση.