Όταν εν μέσω διεθνών κρίσεων και συρράξεων, όπως αυτή στη Μέση Ανατολή, η συζήτηση στην Ελλάδα είναι για το πώς θα διανεμηθεί δίκαια το πλεόνασμα και όχι πώς θα ληφθούν έκτακτα μέτρα περικοπών ή πώς θα γίνουν αυξήσεις φόρων, μάλλον κάτι καλό έχει γίνει τα τελευταία χρόνια.
Μπορεί κάποιοι να ξέχασαν τα μνημόνια και την υπερδεκαετή οικονομική κρίση, όμως στο πλαίσιο των παγκόσμιων ανακατατάξεων και γεωπολιτικών εξελίξεων δεν είναι κακό να αναλογιστούμε πού θα βρισκόμασταν –με τις συνεχείς κρίσεις στο κεφάλι μας– αν κυβερνούσαν όσοι ήθελαν να κλείσουν τις τράπεζες και δεν… πρόκαμαν –που θα έλεγε κάποιος ιστορικός και σοβαρός ηγέτης της Αριστεράς– ή αυτοί που παλαιότερα φώναζαν το γνωστό σε όλους «δώσ’ τα όλα» και… βλέπουμε.
Εκείνοι δηλαδή που κάθε φορά ζητούσαν εμπροσθοβαρή μέτρα αδιαφορώντας ή αγνοώντας τη συνέχεια, ενώ προεκλογικά υπόσχονταν τον ουρανό με τ’ άστρα, όπως κάνουν και σήμερα στον δρόμο για τις εκλογές του 2027, στήνοντας έναν άτυπο διαγωνισμό πλειοδοσίας για το ποιος θα μοιράσει τα περισσότερα χρήματα απ’ αυτά που δεν έχει.
Το γεγονός ότι στα τέλη του έτους η Ελλάδα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, δεν θα είναι η χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ –κάτι που τόνισε και ο πρωθυπουργός, χθες, στην εισηγητική του ομιλία στο Υπουργικό Συμβούλιο– δεν είναι αμελητέο. Μπορεί ορισμένοι να αναρωτιούνται «και τι σημαίνει αυτό για την τσέπη μου;», όμως η αλήθεια είναι πως σημαίνει πολλά και κυρίως για τις επόμενες γενιές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι «το γεγονός ότι αυτή η κυβέρνηση μπορεί ταυτόχρονα να επιτυγχάνει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, πλεόνασμα το οποίο επιστρέφεται στους πολίτες, να μειώνει την ανεργία, να προσελκύει επενδύσεις και να αποκλιμακώνει το χρέος, άρα να τροφοδοτείται η ανάπτυξη οργανικά και όχι με δανεικά, είναι μια μεγάλη επιτυχία της οικονομικής μας πολιτικής». Αυτό δύσκολα μπορεί να διαγραφεί παρά την καταστροφολογία που έχει επιλέξει ως τακτική η αντιπολίτευση στο σύνολό της.
Ούτε καν με την υποσχεσιολογία, τα «λεφτόδεντρα» και με τα ευρώ που θα πέφτουν από το... ελικόπτερο. Καλές οι υποσχέσεις και τα ωραία λόγια ή το χτύπημα στην πλάτη, εύκολες από την άλλη οι επιθέσεις και οι ρητορικές που ομνύουν στην τοξικότητα. Μόνο που στο τέλος της ημέρας όλοι όσοι διεκδικούν την ψήφο των πολιτών, πέραν των καταγγελιών και του ροβεσπιερισμού, θα πρέπει να καταθέσουν και ένα πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει κοστολογημένα το τι τάζουν και κυρίως πώς αυτά θα γίνουν πράξη. Η οικονομία παραμένει κεντρικός παράγοντας και είναι η βάση για την αμυντική και διπλωματική θωράκιση της χώρας, της κάθε χώρας. Χωρίς σταθερότητα στην οικονομία και την κοινωνία, χωρίς σχέδιο για την επόμενη ημέρα, όσα έχουν επιτευχθεί δύσκολα θα διατηρηθούν και εύκολα θα χαθούν.
Ο λαϊκισμός παραμένει η εύκολη λύση για όσους δεν θέλουν να μπουν στη λογική της σύγκρισης. Γι’ αυτό κάθε φορά γεννιούνται νέοι Ροβεσπιέροι. Και γι’ αυτό κάθε φορά επιλέγεται ο εύκολος τρόπος μέσα από την αποδόμηση θεσμών.
* Tο άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»