Τα οριστικά στοιχεία για το 2025 από την ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν με σαφήνεια τη δημοσιονομική τροχιά της χώρας. Το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 12,13 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο του 3,7% και δημιουργώντας υπερπλεόνασμα κοντά στα 3 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για εξέλιξη που η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει σε πολιτικό επιχείρημα αξιοπιστίας, απέναντι τόσο στις αγορές όσο και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, σε μια περίοδο που ο πόλεμος έχει ήδη διαταράξει την παγκόσμια οικονομική ισορροπία.
Η υπεραπόδοση αυτή ακυρώνει στην πράξη τη ρητορική ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ περί «δημοσιονομικής κόπωσης» και να εκθέσει όσους προεξοφλούσαν εκτροχιασμό ή χαλάρωση. Αντί για αποκλίσεις, καταγράφεται πειθαρχία. Αντί για υστερήσεις, υπερβάσεις. Και κυρίως, αντί για πρόχειρες παροχές, μια διαχείριση που παράγει μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Στο οικονομικό επιτελείο επιμένουν ότι η εικόνα αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα σταθερής πολιτικής επιλογής, με ενίσχυση των εσόδων και έλεγχο των δαπανών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιλέγει να κινηθεί με διπλή στόχευση. Από τη μία πλευρά, διατηρεί τη δημοσιονομική πειθαρχία, από την άλλη αξιοποιεί μέρος του πλεονάσματος για στοχευμένες παρεμβάσεις. Το πακέτο των 500 εκατ. ευρώ με οκτώ μέτρα στήριξης κινείται σε αυτή τη γραμμή, με έμφαση στην ακρίβεια και στις πιο πιεσμένες κοινωνικές ομάδες, όπως οικογένειες, συνταξιούχοι, αγρότες και ενοικιαστές.
Παράθυρο ευελιξίας
Στο οικονομικό επιτελείο αλλά και στο περιβάλλον του υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Κυριάκου Πιερρακάκη, εκτιμούν ότι το επόμενο διάστημα μπορεί να ανοίξει ένα παράθυρο ευελιξίας από την Κομισιόν. Αν αυτό συνδυαστεί με διεθνείς εξελίξεις, όπως μια νέα φάση νομισματικής χαλάρωσης λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, τότε το περιθώριο κινήσεων διευρύνεται αισθητά.
Σε αυτό το σενάριο, οι παρεμβάσεις που θα παρουσιαστούν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν αποκλείεται να κινηθούν σε επίπεδα έως και 2,5 δισ. ευρώ ή και υψηλότερα, μετατρέποντας το υπερπλεόνασμα σε ισχυρό εργαλείο πολιτικής. Πρόκειται για μια επιλογή που, όπως τονίζεται, δεν θα έρθει σε σύγκρουση με τη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά θα βασιστεί ακριβώς σε αυτήν.
Την ίδια ώρα, τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026 ενισχύουν περαιτέρω το κυβερνητικό αφήγημα. Το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στα 4,393 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 1,66 δισ. ευρώ, ενώ το συνολικό ισοζύγιο κατέγραψε πλεόνασμα 1,49 δισ. ευρώ αντί για προβλεπόμενο έλλειμμα. Η συνέχιση αυτής της πορείας δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, που εκτιμάται κοντά στα 800 εκατ. ευρώ για το 2026.
Παράλληλα, παρεμβάσεις στο ιδιωτικό χρέος, όπως η άρση κατασχέσεων υπό προϋποθέσεις και η ενίσχυση των ρυθμίσεων, επιχειρούν να αποσυμπιέσουν νοικοκυριά και επαγγελματίες, χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία των δημόσιων οικονομικών.
Η πολιτική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, εν όψει των εκλογών. Η κυβέρνηση επιχειρεί να χαράξει σαφή διαχωριστική γραμμή, επιμένοντας ότι το υπερπλεόνασμα δεν αποτελεί πεδίο ανεξέλεγκτων παροχών, αλλά εργαλείο σταθερότητας και προοπτικής. Στον αντίποδα, οι πιέσεις για πιο γενικευμένες ενισχύσεις εντείνονται, ενισχύοντας το πολιτικό δίλημμα των επόμενων μηνών.
Στην κυβέρνηση συμφωνούν ότι το στοίχημα είναι διπλό. Αφενός να διατηρήσει την αξιοπιστία που έχει οικοδομηθεί και ταυτόχρονα να αποδείξει ότι αυτή η σταθερότητα μπορεί να μεταφραστεί σε απτά οφέλη για την κοινωνία. Εκεί θα κριθεί και το πραγματικό πολιτικό βάρος των αριθμών και των εκλογών.