Σαν σήμερα, 7 Απριλίου 1992, πεθαίνει ο δήμαρχος Αθηναίων Αντώνης Τρίτσης, σε ηλικία 55 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα φιλόδοξο όραμα για την αλλαγή της εικόνας της πόλης.

Λίγες μέρες πριν, ο Τρίτσης δούλευε ακόμη με τον ίδιο ρυθμό, σκυμμένος πάνω από χάρτες και σημειώσεις, μιλώντας για πεζοδρόμια, δέντρα και διαδρομές που θα ένωναν την πόλη αλλιώς.

Αν τον συναντούσες στον δρόμο, υπήρχε κάτι που σε σταματούσε για λίγο. Το σακάκι περασμένο στον ώμο, το βλέμμα καθαρό, ο λόγος ήρεμος. Έμοιαζε να έχει ήδη δει την πόλη αλλιώς, όχι όπως ήταν, αλλά όπως θα μπορούσε να γίνει. Και αυτό το «θα μπορούσε» τον ακολουθούσε παντού.

Γεννημένος στο Αργοστόλι, με διαδρομή που περνούσε από τον αθλητισμό και την αρχιτεκτονική μέχρι την πολεοδομία στις Ηνωμένες Πολιτείες, επέστρεψε στην Ελλάδα κουβαλώντας κάτι περισσότερο από σπουδές.

Κουβαλούσε μια ιδέα για το πώς πρέπει να αναπνέει μια πόλη. Στάθηκε δίπλα στον Ανδρέα Παπανδρέου, συγκρούστηκε, απομακρύνθηκε, ξαναδοκίμασε αλλιώς. Δεν έμεινε ποτέ ακίνητος.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, από τη θέση του υπουργού Χωροταξίας, μιλούσε για πράγματα που έμοιαζαν σχεδόν εξωπραγματικά για την Αθήνα εκείνης της εποχής: πεζόδρομοι που θα ένωναν λόφους και αρχαιολογικούς χώρους, πράσινες διαδρομές, αποκατάσταση ιστορικών κτιρίων.

Έβλεπε την Πανεπιστημίου σαν έναν μακρύ περίπατο με δέντρα, όχι σαν ποτάμι αυτοκινήτων. Τότε, πολλοί χαμογελούσαν δύσπιστα
. Δεν σταμάτησε. Ούτε όταν άλλαξε χαρτοφυλάκιο και βρέθηκε στο υπουργείο Παιδείας, όπου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις με προτάσεις που άγγιζαν ευαίσθητες ισορροπίες. Ούτε όταν βγήκε από το κομματικό του σπίτι και αναζήτησε άλλους δρόμους.

Το 1990, η Αθήνα τον βρίσκει μπροστά της, αυτή τη φορά ως υποψήφιο δήμαρχο. Απέναντί του, μια προσωπικότητα με λάμψη διεθνή, η Μελίνα Μερκούρη.
Η αναμέτρηση είχε ένταση, αλλά ο ίδιος κράτησε έναν τόνο χαμηλό, σχεδόν πεισματικά ήπιο. Μιλούσε για τραμ, για λιγότερα αυτοκίνητα, για μια πόλη που δεν θα σε εξαντλεί.

Και όταν τελικά εκλέχθηκε, άρχισε να δουλεύει σαν να είχε μπροστά του δεκαετίες. Εστίαζε στα βασικά: καθαριότητα, πεζοδρόμια, εγκαταλελειμμένα κτίρια, χώρους πρασίνου που ζητούσαν φροντίδα. Ήθελε η καθημερινότητα να αλλάξει πριν από τα μεγάλα σχέδια.

Την ίδια στιγμή, η εικόνα του είχε περάσει και στην ποπ κουλτούρα, για παράδειγμα στους «Απαράδεκτους», όπου ο Βλάσης Μπονάτσος τον μιμείται με χιούμορ, σε μια τηλεφωνική σκηνή που έμεινε αξέχαστη.

Κι ύστερα, απότομα, σιωπή. Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο μέσα στο γραφείο του στο Δημαρχείο. Λίγες μέρες νοσηλείας. Και τέλος. Σχέδια που έμειναν μισά, ιδέες που έψαχναν συνέχεια. Λίγους μήνες πριν, ετοιμαζόταν να παντρευτεί τη Μιμή Ντενίση.

Όσοι τον είχαν ακούσει, θυμούνται κυρίως την εικόνα που περιέγραφε, για ένα κέντρο χωρίς θόρυβο, με τραμ να γλιστρούν ήσυχα, με δέντρα να απλώνουν σκιά πάνω από πεζούς. Μια Αθήνα που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες χωρίς να ζητά εξηγήσεις.

Κάποια από αυτά που φανταζόταν μοιάζουν σήμερα λιγότερο μακρινά. Άλλα παραμένουν ακόμη ζητούμενα. Εκείνος, πάντως, είχε ήδη κάνει το πιο δύσκολο...είχε δει την πόλη διαφορετικά.