Για δεύτερο συνεχόμενο καλοκαίρι, το κρουαζιερόπλοιο «Crown Iris» υποχρεώθηκε να αποπλεύσει άπρακτο, όταν κάποιοι λίγοι κάτοικοι αποφάσισαν ότι οι τουρίστες από το Ισραήλ είναι «ανεπιθύμητοι».

Ας το πούμε καθαρά, χωρίς περιστροφές: όσο πιο γρήγορα οι άνθρωποι βλέπουν την αλήθεια, τόσο περισσότερες ελπίδες έχουν. Αυτό που έγινε στο λιμάνι της Σύρου παραπέμπει σε ό,τι πιο εφιαλτικό έχει ζήσει η Ευρώπη, όταν εκατομμύρια Εβραίοι εξολοθρεύονταν με φρικτό τρόπο όχι για κάτι που είχαν κάνει, αλλά για την εθνικότητα και την ταυτότητά τους. Οχι για τις πράξεις τους, για τις οποίες πρέπει να κρίνεται ο καθένας μας, αλλά για την καταγωγή τους. Οταν το «Crown Iris» νόμιζε ότι πλέει σε πελάγη ελευθερίας, μια θλιβερή μειοψηφία στο όμορφο νησί της Σύρου είχε «μια φούντωση, μια φλόγα» επαναστατική. Πλέοντας στα πελάγη της δικής της μισαλλοδοξίας, νόμιζε ότι έκανε το καθήκον της απέναντι στις ιδεοληψίες και τις ψευδαισθήσεις της. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια: στη Σύρο δεν ασκήθηκε κανένα συνταγματικό δικαίωμα στη διαμαρτυρία.

Ασκήθηκε φασιστικού τύπου αποκλεισμός. Μια ιδεοληπτική μειοψηφία, χωρίς καμία απολύτως λαϊκή ή εκλογική νομιμοποίηση, αποφάσισε να μετατρέψει το λιμάνι ενός ελληνικού νησιού σε ιδιωτικό της φέουδο. Επέβαλε τον δικό της νόμο, μεταφράζοντας στη δική της ξύλινη γλώσσα όχι μόνο την πολύπλοκη διεθνή πραγματικότητα, αλλά και τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.Αποφάσισε ποιος είναι πολιτικά, ιδεολογικά και ιστορικά «ανεπιθύμητος» στην Ελλάδα, με τα δικά της κριτήρια, τα οποία βεβαίως έχει απορρίψει η ίδια η Ιστορία.

Αποφάσισε, επίσης, ποιος από τους Ελληνες επιχειρηματίες του τουρισμού δεν έχει ανάγκη από έσοδα. Τον Ιούλιο του 2025, όταν το «Crown Iris» υποχρεώθηκε και πάλι να αποπλεύσει άπρακτο από το λιμάνι της Σύρου, με 1.700 επιβάτες, παρακολουθήσαμε τις συνήθεις οργισμένες πολιτικές αντιδράσεις. Κυβερνητικοί παράγοντες κατήγγειλαν τότε στα τηλεοπτικά παράθυρα το «εξοργιστικό» και «αδιανόητο» του γεγονότος. 

Επιβολή του νόμου

Πριν από λίγες ημέρες, το ίδιο πλοίο βρέθηκε ξανά μπροστά στο ίδιο λιμάνι και επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό. Μετά από μερικές ώρες που έμεινε αρόδο, απέρριψε το νησί της Σύρου και έβαλε πλώρη για τη Ρόδο.

Εκεί, όμως, ο νόμος επιβλήθηκε. Η αστυνομία απέκλεισε την ανάλογη μειοψηφία, το πλοίο έδεσε και οι τουρίστες αποβιβάστηκαν κανονικά. Στη Ρόδο έγιναν προσαγωγές και δύο συλλήψεις για διάφορες παραβάσεις, μεταξύ των οποίων και παραβάσεις του αντιρατσιστικού νόμου. Γιατί, άραγε, δεν μπορούσε να γίνει το ίδιο και στη Σύρο; Μήπως, όμως, το πρόβλημα είναι βαθύτερο από τα κατασταλτικά μέτρα στα λιμάνια;

Λίγες εβδομάδες πριν, στο δημαρχείο της Ερμούπολης, 172 πολίτες είχαν καταθέσει αίτημα να κηρυχθεί το πλοίο ανεπιθύμητο και να διαγραφεί η Σύρος από τα λιμάνια που θα το υποδέχονταν ξανά. Το εκλεγμένο συμβούλιο του νησιού εξέτασε το αίτημα και το απέρριψε. Ηταν η μόνη ψήφος που μετρούσε πραγματικά, η μόνη που είχε πίσω της κάλπη και όνομα.

Κι όμως, δεν μέτρησε πουθενά αλλού πέρα από το πρακτικό της συνεδρίασης. Μια δημοκρατική διαδικασία, η οποία για τη συγκεκριμένη μειοψηφία είχε την τύχη όλων των άλλων θεσμικών λειτουργιών: να είναι σεβαστή μόνο όταν εξυπηρετεί τις ιδεοληψίες της.

Ο μηχανισμός του μποϊκοτάζ

Πίσω από τις «ευαισθησίες» και τα συνθήματα της BDS Greece και των λοιπών συλλογικοτήτων υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός, με τις δικές του προθέσεις.

Οταν έγινε ο προπηλακισμός του ζευγαριού των Εβραίων τουριστών στο Σύνταγμα, πληροφορίες έφεραν το BDS Greece –το ελληνικό σκέλος του διεθνούς κινήματος BDS, δηλαδή Boycott, Divestment, Sanctions, «Μποϊκοτάζ, Απόσυρση Επενδύσεων, Κυρώσεις», εις βάρος του Ισραήλ– να βρίσκεται υπό έρευνα από τις ελληνικές αρχές ασφαλείας και την ΕΥΠ.

Το κίνημα έχει ξεκινήσει από το 2005, με πρωτοβουλία μιας λεγόμενης «παλαιστινιακής κοινωνίας πολιτών». Σύμφωνα με όσα είχαν αναφέρει πηγές στο «Μανιφέστο», αναμένονταν πρωτοβουλίες των Αρχών σχετικά ακόμη και με ύποπτες χρηματοδοτήσεις και διασυνδέσεις. Στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στις ΗΠΑ υπάρχει αυστηρή αντι-BDS νομοθεσία, η οποία προστατεύει την εθνική οικονομία και τη δημόσια τάξη. Στην Ελλάδα, προφανώς, το πιθανό πολιτικό κόστος μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας θεωρείται σημαντικότερο.

Μια καθόλου αθώα λέξη

Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς σε μακρινές εποχές για να καταλάβει πού οδηγεί αυτή η λογική. Η λέξη «ανεπιθύμητοι» δεν είναι αθώα· είναι λέξη με πολύ βαρύ και σκοτεινό ιστορικό μητρώο. Οποιος τη χρησιμοποιεί σήμερα δεν έχει το δικαίωμα να προσποιείται ότι δεν το γνωρίζει. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πλέον αν κάποιοι έχουν δικαίωμα να διαφωνούν με μια ξένη κυβέρνηση. Αυτό είναι απλοϊκά αυτονόητο, καθώς στις δημοκρατίες όλοι έχουν αυτό το δικαίωμα.

Το ζήτημα είναι διαφορετικό όταν κάποιοι βαφτίζουν «ανεπιθύμητους δολοφόνους» όλους όσοι βρίσκονται πάνω σε ένα πλοίο με τουρίστες από το Ισραήλ. Ιδίως όταν οι ίδιοι υποστηρίζουν καθεστώτα που δεν θα ανέχονταν ούτε για ένα δευτερόλεπτο την αμφισβήτηση της δικής τους εξουσίας.