Πώς να νιώθουν άραγε όλοι εκείνοι που, συνειδητά ή από συγκυρία, συνέβαλαν στην πολιτική ανάδειξη της Μαρίας Καρυστιανού, βλέποντάς την σήμερα να αποσπάται πλήρως από αυτούς και να οικοδομεί τον δικό της αυτόνομο πολιτικό φορέα;
Πώς να νιώθει ο κύριος Βελόπουλος, που επένδυσε πολιτικά σε μια ρητορική καταγγελίας και συνωμοσιολογίας, ανοίγοντας τον δημόσιο διάλογο ακόμη και για «ξυλόλια»; Πώς να νιώθει ο κύριος Νατσιός; Πώς να νιώθει ο κύριος Φάμελος; Και πώς, αλήθεια, να νιώθει ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος φλερτάρει με την ιδέα μιας επιστροφής στη Βουλή ως αρχηγός κόμματος, την ώρα που μια νέα πολιτική δεξαμενή ψηφοφόρων διαμορφώνεται ερήμην του;
Η πραγματικότητα είναι σκληρή αλλά σαφής: όλοι αυτοί, σε διαφορετικό βαθμό, έφεραν στο προσκήνιο την πολιτική περσόνα της Καρυστιανού. Της έδωσαν χώρο, ορατότητα και νομιμοποίηση. Σήμερα, όμως, εκείνη αποχωρεί από όλους, συγκροτώντας έναν νέο πολιτικό σχηματισμό που αντλεί ψηφοφόρους οριζόντια, αποδυναμώνοντας τους πάντες.
Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις δηλώσεις της για τις αμβλώσεις είδαμε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να κρατούν εμφανείς πολιτικές αποστάσεις. Η συγκεκριμένη θέση δεν συνάδει με την ιδεολογία της Αριστεράς. Αντιθέτως, ταιριάζει σαφώς περισσότερο με δεξιότερα πολιτικά ακροατήρια, όπως της Ελληνικής Λύσης και της Νίκης. Εκεί ακριβώς φαίνεται πως η Καρυστιανού εντόπισε κοινό πεδίο ταύτισης.
Ιδιαίτερο, όμως, ενδιαφέρον έχει το ερώτημα: πώς να νιώσει η Ζωή Κωνσταντοπούλου; Από πολιτικό «δεξί χέρι» της Καρυστιανού, φαίνεται πλέον ότι οδηγείται απέναντί της, σε διαφορετικό πολιτικό χώρο. Πέρσι, με αφορμή τα Τέμπη και την επέτειο, έβλεπε τα ποσοστά της Πλεύσης Ελευθερίας να εκτοξεύονται, κεφαλαιοποιώντας τη συσπείρωση που δημιούργησε η Καρυστιανού. Σήμερα, με εκείνη να αποχωρεί και να ιδρύει δικό της κόμμα, τα ποσοστά επιστρέφουν στα γνώριμα, προεκλογικά τους επίπεδα. Και αυτό, όσο κι αν δεν λέγεται δημόσια, είναι μια πολιτική απώλεια που πονά.


