Η έντονη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Ανδρουλάκη και Τσίπρα, η οποία συχνά υποβιβάζεται σε ένα επιφανειακό «ξεκατίνιασμα», κρύβει στο παρασκήνιο μια βαθύτερη και άκρως ανησυχητική πραγματικότητα.

Πίσω από τις κραυγές, τις αλληλοκατηγορίες και τους βαρείς χαρακτηρισμούς για «υπηρέτες» συμφερόντων, καλύπτεται μια ένοχη, συλλογική σιωπή. Κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν τολμά να κατονομάσει ανοιχτά τους εγχώριους ολιγάρχες, οι οποίοι κινούν τα νήματα της εξουσίας.

Εφόσον ισχύουν οι εκατέρωθεν κατηγορίες, το παιχνίδι που παίζεται είναι βαθύτατα συστημικό. Οι οικονομικά ισχυροί «μισθώνουν» ή «αγοράζουν» πολιτικά κόμματα, συντηρώντας αναχρονιστικές προτάσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ. Στόχος τους δεν είναι η εφαρμογή ενός κυβερνητικού προγράμματος, αλλά η άσκηση πίεσης για την ανατροπή της μεταρρυθμιστικής ατζέντας της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Επιδιώκουν να αναδείξουν νέα πρόσωπα, πρόθυμα να ικανοποιήσουν τα επιχειρηματικά κελεύσματά τους.

Αυτή η κατάσταση αποτυπώνει την απόλυτη κατάντια του λεγόμενου προοδευτικού χώρου. Οι πολίτες παρακολουθούν εμβρόντητοι ένα ιστορικό κόμμα και έναν σχηματισμό «ειδικού σκοπού» να εκτοξεύουν μύδρους, διεκδικώντας ένα ανύπαρκτο ηθικό πλεονέκτημα. Το κόστος αυτού του πολιτικού ξεπεσμού δεν το επωμίζονται οι «αόρατοι» χρηματοδότες, αλλά οι ίδιοι οι φορολογούμενοι. Η δημοκρατία υπονομεύεται όταν η πολιτική μετατρέπεται σε καζίνο στο οποίο «τζογάρουν» επιχειρηματικά συμφέροντα.