Ενώ ως ευρωβουλευτής ο Ανδρουλάκης είχε ψηφίσει υπέρ της οδηγίας για την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών, ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επέλεξε το «παρών».

Η συζήτηση για την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας σχετικά με τη μισθολογική διαφάνεια και την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών ανέδειξε ένα ακόμη πολιτικό μέτωπο ανάμεσα στην κυβέρνηση και στο ΠΑΣΟΚ. Αυτήν τη φορά, όμως, η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τις διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις, αλλά κυρίως τη συνέπεια των θέσεων που εκφράζει ο Νίκος Ανδρουλάκης.

Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι απλό. Ως ευρωβουλευτής, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε ψηφίσει υπέρ της συγκεκριμένης ευρωπαϊκής οδηγίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Όταν όμως η ίδια ακριβώς οδηγία ήρθε προς ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο, το ΠΑΣΟΚ επέλεξε να ψηφίσει «παρών» επί της αρχής του νομοσχεδίου, ενώ στη συνέχεια υπερψήφισε όλα τα επιμέρους άρθρα.

Μια στάση που προκάλεσε εύλογα ερωτήματα ακόμη και σε πολιτικούς παρατηρητές. Εφόσον το κόμμα συμφωνούσε με κάθε άρθρο ξεχωριστά, γιατί δεν υπερψήφισε συνολικά το νομοσχέδιο;

«Τρικυμία εν κρανίω»

Η Νίκη Κεραμέως αξιοποίησε στο έπακρο αυτή την αντίφαση από το βήμα της Βουλής. Η υπουργός Εργασίας υπενθύμισε ότι μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 10 Μαΐου, ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε ζητήσει δημόσια μέτρα όπως η διαφάνεια στις αγγελίες εργασίας, η δημοσιοποίηση του μισθολογικού χάσματος, οι υποχρεωτικές μισθολογικές κλίμακες, καθώς και συγκεκριμένους μηχανισμούς διόρθωσης όταν διαπιστώνονται ανισότητες στις αμοιβές. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όλες αυτές οι προβλέψεις περιλαμβάνονται ήδη στο κυβερνητικό νομοσχέδιο.

Συγκεκριμένα, οι μισθολογικές κλίμακες προβλέπονται στο άρθρο 8, η διαφάνεια στις αγγελίες εργασίας στο άρθρο 9, οι εκθέσεις για το μισθολογικό χάσμα στο άρθρο 11 και ο μηχανισμός παρέμβασης όταν η απόκλιση ξεπερνά το 5% στο άρθρο 12.

Με αυτά τα δεδομένα, η υπουργός κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι καταψήφισε στην ελληνική Βουλή ρυθμίσεις τις οποίες είχε ήδη εγκρίνει ως ευρωβουλευτής, κλείνοντας την τοποθέτησή της με τη χαρακτηριστική φράση «τρικυμία εν κρανίω».

Η επιλογή του ΠΑΣΟΚ να δηλώσει «παρών» επί της αρχής του νομοσχεδίου αποδυνάμωσε επικοινωνιακά την επιχειρηματολογία του. Διότι όταν ένα κόμμα ψηφίζει θετικά σχεδόν όλες τις ουσιαστικές διατάξεις, η συνολική διαφοροποίηση δύσκολα γίνεται κατανοητή από την κοινή γνώμη.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός κόμματος που αναζητεί τρόπο να διαφοροποιηθεί από την κυβέρνηση ακόμη και σε ζητήματα όπου επί της ουσίας συμφωνεί. Έτσι, όμως, δημιουργείται η εντύπωση ότι η αντιπολιτευτική τακτική υπερισχύει της πολιτικής συνέπειας.

Αυτό ακριβώς επιχείρησε να αναδείξει η κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ επέλεξε μια στάση που περισσότερο εξυπηρετεί επικοινωνιακές ισορροπίες παρά μια καθαρή πολιτική θέση.

Ζήτημα (αν)αξιοπιστίας

Το επεισόδιο αυτό έρχεται να προστεθεί σε μια περίοδο κατά την οποία ο Νίκος Ανδρουλάκης δέχεται κριτική για την αντιπολιτευτική στρατηγική που ακολουθεί. Από την πλευρά της κυβέρνησης επισημαίνεται πως ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ως πολιτικός εμφανίζει διαφορετικό πρόσωπο στις Βρυξέλλες και διαφορετικό στην Αθήνα, ανάλογα με το πολιτικό ακροατήριο.

Στην πολιτική, η συνέπεια αποτελεί βασικό στοιχείο αξιοπιστίας. Όταν ένας πολιτικός υπερψηφίζει μια ευρωπαϊκή νομοθεσία και στη συνέχεια αποστασιοποιείται από την εφαρμογή της στη χώρα του, είναι αναμενόμενο να δεχθεί κριτική.

Η υπόθεση της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών ανέδειξε ακριβώς αυτή την αντίφαση. Και η συζήτηση που άνοιξε δεν αφορά μόνο ένα εργασιακό νομοσχέδιο. Αφορά το κατά πόσον οι πολιτικές δυνάμεις μπορούν να υπερασπίζονται σταθερές θέσεις ή αν οι επιλογές τους μεταβάλλονται ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες.

Για την κυβέρνηση, η απάντηση είναι σαφής. Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, πάντως, η συγκεκριμένη κοινοβουλευτική στάση δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα από όσα κατάφερε να λύσει, δίνοντας στην αντιπαράθεση με τη Νίκη Κεραμέως χαρακτηριστικά μιας συζήτησης που ξεπερνά το περιεχόμενο της οδηγίας και αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής αξιοπιστίας.