Η επιλογή να παρουσιάσει το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. πριν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ προκαλεί πολιτική σύγκρουση και σοβαρά θεσμικά ερωτήματα.
Η απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να παρουσιάσει στις 2 Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, λίγες ημέρες πριν από την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, δεν αποτελεί απλώς μια επικοινωνιακή επιλογή ημερομηνίας. Με τον Παύλο Μαρινάκη να κάνει λόγο για «πρωτοφανή στα χρονικά απρέπεια» και να συνδέει ευθέως την επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού με το περίφημο «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά ήδη χαρακτηριστικά μετωπικής σύγκρουσης. Και το ερώτημα που τίθεται είναι πολύ συγκεκριμένο: ποια ακριβώς είναι σήμερα η θεσμική θέση του Αλέξη Τσίπρα που του επιτρέπει να επιχειρεί να προηγηθεί πολιτικά από τον εν ενεργεία πρωθυπουργό, όταν ο ίδιος είναι εξωκοινοβουλευτικός αρχηγός και το νέο κόμμα του δεν έχει ακόμη ούτε μία έδρα στη Βουλή;
Η επιλογή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, καθώς δεν πρόκειται απλώς για μια διαφορετική ημερομηνία παρουσίασης ενός κομματικού προγράμματος. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να ανοίξει πρώτος τη συζήτηση για την οικονομία και να θέσει ο ίδιος το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κληθεί να κινηθεί λίγες ημέρες αργότερα ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ. Μόνο που υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος: ο ίδιος και η ΕΛ.Α.Σ. δεν διαθέτουν σήμερα την κοινοβουλευτική θέση που θα δικαιολογούσε μια τέτοια θεσμική προτεραιότητα. Και ακριβώς αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην πολιτική φιλοδοξία και τη σημερινή θεσμική πραγματικότητα είναι που μετατρέπει την επιλογή της Θεσσαλονίκης από μια απλή επικοινωνιακή κίνηση σε μείζον πολιτικό ζήτημα.
Η ουσία δεν βρίσκεται στην ημερομηνία
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει στον Αλέξη Τσίπρα το δικαίωμα να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική, να ιδρύσει πολιτικό φορέα, να παρουσιάσει πρόγραμμα και να διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Όπως θεμιτό είναι και να επιλέξει τη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει τις οικονομικές του προτάσεις. Η πολιτική, άλλωστε, είναι και επικοινωνία, συμβολισμός και επιλογή χρόνου.
Το ζήτημα, όμως, είναι τι ακριβώς συμβολίζει η επιλογή να προηγηθεί του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη.
Διότι εδώ δεν μιλάμε απλώς για έναν πολιτικό που οργανώνει μια εκδήλωση λίγες ημέρες νωρίτερα. Μιλάμε για έναν πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος σήμερα δεν είναι βουλευτής, δεν είναι αρχηγός κοινοβουλευτικού κόμματος και δεν διαθέτει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μέσω της ΕΛ.Α.Σ., να επιχειρεί να τοποθετήσει τον εαυτό του στο πολιτικό κάδρο σαν να έχει ήδη κατακτήσει μια θέση που η κάλπη δεν του έχει ακόμη δώσει.
Και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά εύλογη την πολιτική αιχμή του Παύλου Μαρινάκη περί «πρωτοφανούς στα χρονικά απρέπειας».
Η θεσμική σειρά δεν είναι λεπτομέρεια
Στην πολιτική υπάρχουν και άγραφοι κανόνες. Υπάρχουν παραδόσεις που δεν περιγράφονται πάντοτε σε έναν νόμο, αλλά διαμορφώνουν τη θεσμική λειτουργία και τον πολιτικό πολιτισμό.
Η παρουσία των πολιτικών αρχηγών στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης έχει εδώ και χρόνια μια συγκεκριμένη πολιτική και θεσμική ακολουθία. Ο πρωθυπουργός παρουσιάζει το κυβερνητικό σχέδιο και οι πολιτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης τοποθετούνται απέναντι σε αυτό.
Δεν πρόκειται για μια τυπική χορογραφία χωρίς περιεχόμενο. Ο πρωθυπουργός είναι αυτός που έχει την κυβερνητική ευθύνη και λογοδοτεί για την οικονομική πολιτική της χώρας. Οι κοινοβουλευτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης αντιπαραθέτουν τις δικές τους προτάσεις, ασκούν κριτική και διεκδικούν την επόμενη ημέρα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, άλλωστε, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, δεν επέλεξε να προηγηθεί του τότε πρωθυπουργού. Και αυτό ακριβώς υπενθυμίζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Η διαφορά σήμερα είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν βρίσκεται στην ίδια θεσμική θέση που βρισκόταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Η ΕΛ.Α.Σ. δεν διαθέτει κοινοβουλευτική ομάδα. Δεν διαθέτει βουλευτές. Δεν έχει εκλεγεί από τον ελληνικό λαό.
Άρα η πολιτική φιλοδοξία μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά η θεσμική νομιμοποίηση είναι αυτή που είναι.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.
Δεν μπορείς να προηγείσαι θεσμικά πριν αποκτήσεις θεσμικό ρόλο
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει υπάρξει πρωθυπουργός της χώρας. Αυτό του προσδίδει πολιτικό βάρος, αναγνωρισιμότητα και μια ιδιαίτερη θέση στην πολιτική ιστορία.
Δεν του προσδίδει όμως αυτομάτως μια μόνιμη θεσμική ιδιότητα.
Η δημοκρατία λειτουργεί με την αρχή της ανανέωσης της λαϊκής εντολής. Η προηγούμενη εκλογική επιτυχία δεν αποτελεί λευκή επιταγή για το μέλλον. Και η προηγούμενη πρωθυπουργική ιδιότητα δεν μετατρέπεται σε διαρκές δικαίωμα πολιτικής προτεραιότητας.
Ο Τσίπρας επιστρέφει στην πολιτική επειδή το επιλέγει. Το αν θα επιστρέψει και στη Βουλή δεν το αποφασίζει ο ίδιος. Το αποφασίζουν οι πολίτες.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που φαίνεται να παρακάμπτεται μέσα από τον συμβολισμό της Θεσσαλονίκης.
Γιατί άλλο είναι να πεις «επιστρέφω και ζητώ ξανά την ψήφο σας» και άλλο να συμπεριφέρεσαι πολιτικά σαν να έχει ήδη αποκατασταθεί η θέση που έχασες.
Η «απρέπεια» ως πολιτικό μήνυμα
Γι’ αυτό και η φράση του Παύλου Μαρινάκη δεν πρέπει να διαβαστεί αποκλειστικά ως κομματική επίθεση.
Η «πρωτοφανής απρέπεια» αφορά ακριβώς αυτή την προσπάθεια αντιστροφής της πολιτικής και θεσμικής σειράς.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη ως επικεφαλής της κυβέρνησης και θα παρουσιάσει τις κυβερνητικές προτεραιότητες για την επόμενη περίοδο. Ο Αλέξης Τσίπρας, αντί να περιμένει να ακούσει το κυβερνητικό σχέδιο και στη συνέχεια να τοποθετηθεί απέναντί του, επιλέγει να παρουσιάσει νωρίτερα το δικό του πρόγραμμα.
Πρακτικά, επιχειρεί να δημιουργήσει πρώτος την πολιτική ατζέντα.
Και εδώ βρίσκεται η βιασύνη.
Τρέχει να προλάβει τον πρωθυπουργό πριν ακόμη προλάβει να τον αντιμετωπίσει πολιτικά.
Δεν είναι ο χρόνος που ενοχλεί. Είναι ο συμβολισμός.
Και υπάρχει και το προηγούμενο του «προγράμματος Θεσσαλονίκης»
Η κυβέρνηση έχει έναν ακόμη λόγο να σηκώνει τους τόνους.
Το όνομα του Αλέξη Τσίπρα και η φράση «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» κουβαλούν πλέον συγκεκριμένο πολιτικό ιστορικό φορτίο.
Το 2014 η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε το σκηνικό μιας μεγάλης πολιτικής υπόσχεσης. Ακολούθησαν η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, η διαπραγμάτευση, το δημοψήφισμα, η πολιτική ανατροπή του καλοκαιριού του 2015 και τελικά η υπογραφή του τρίτου μνημονίου.
Επομένως, όταν ο Παύλος Μαρινάκης λέει «Τσίπρας και πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, όλοι ξέρουμε πού οδηγεί», δεν αναφέρεται σε μια απλή φράση.
Επαναφέρει στη συζήτηση τη σχέση μεταξύ προεκλογικών υποσχέσεων, κυβερνητικής πραγματικότητας και τελικού λογαριασμού.
Και αυτό είναι το πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση θέλει να διεξαχθεί η σύγκριση.
Όχι στο ποιος θα παρουσιάσει περισσότερες παροχές.
Αλλά στο ποιος έχει κυβερνήσει, τι παρέλαβε, τι παρέδωσε και τι μπορεί πραγματικά να χρηματοδοτήσει.
Η ΕΛ.Α.Σ. απαντά με επίθεση στον Μητσοτάκη
Η απάντηση της ΕΛ.Α.Σ. δείχνει ότι η αντιπαράθεση θα είναι σκληρή.
Το νέο κόμμα κατηγορεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη για «έλλειμμα αυτοπεποίθησης» και υποστηρίζει ότι «τρέμει τη σύγκριση» ανάμεσα στις υποσχέσεις και τα πεπραγμένα, την «πολιτική αλήθεια και την προπαγάνδα» και την «εντιμότητα και τη διαφθορά».
Πρόκειται για μια σαφή προσπάθεια αντιστροφής του κυβερνητικού επιχειρήματος.
Η ΕΛ.Α.Σ. δεν θέλει να συζητήσει για το αν ο Τσίπρας δικαιούται να προηγηθεί.
Θέλει να συζητήσει για το αν ο Μητσοτάκης φοβάται την αντιπαράθεση.
Μόνο που και εδώ υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά.
Η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να φοβάται ένα πρόγραμμα που δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί. Και ο πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί με έναν πολιτικό αντίπαλο ο οποίος προς το παρόν δεν διαθέτει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Η πολιτική σύγκριση θα γίνει όταν μιλήσει η κάλπη.
Ο Τσίπρας μπορεί να επιστρέψει. Δεν μπορεί να προεξοφλήσει την επιστροφή του.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο της υπόθεσης.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δικαίωμα να διεκδικήσει ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Έχει δικαίωμα να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα, να ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση και να υποσχεθεί μια διαφορετική οικονομική πολιτική.
Αυτό ακριβώς κάνουν τα κόμματα σε μια δημοκρατία.
Αλλά η δημοκρατία έχει και μια δεύτερη πλευρά: κανείς δεν μπορεί να προκαταλάβει το αποτέλεσμα της κάλπης.
Και όταν ένας πολιτικός αρχηγός χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση επιλέγει να τοποθετήσει τον εαυτό του πολιτικά πριν από τον πρωθυπουργό στη μεγάλη σκηνή της Θεσσαλονίκης, η κίνηση μπορεί εύλογα να εκληφθεί ως προσπάθεια να επιταχυνθεί όχι μόνο η πολιτική επιστροφή του αλλά και η θεσμική της αποδοχή.
Εκεί βρίσκεται η «απρέπεια».
Όχι επειδή ο Τσίπρας δεν έχει δικαίωμα να μιλήσει.
Αλλά επειδή κανείς δεν του έχει δώσει ακόμη το δικαίωμα να θεωρεί ότι έχει επιστρέψει εκεί όπου θέλει να επιστρέψει.
Η Θεσσαλονίκη θα είναι τελικά μια σύγκριση
Και αυτό είναι που κάνει τη φετινή πολιτική αντιπαράθεση στη Θεσσαλονίκη διαφορετική.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μιλήσει ως πρωθυπουργός, έχοντας πίσω του τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του και μπροστά του την ευθύνη των επόμενων αποφάσεων.
Ο Αλέξης Τσίπρας θα μιλήσει ως πολιτικός που επιχειρεί να επιστρέψει στο προσκήνιο, χωρίς ακόμη να έχει περάσει από την κάλπη για να αποκτήσει νέα κοινοβουλευτική νομιμοποίηση.
Η πρώτη παρουσίαση μπορεί να δημιουργήσει εντυπώσεις. Η δεύτερη θα κριθεί από τις απαντήσεις.
Και τελικά η πραγματική σύγκριση δεν θα γίνει ούτε στις ημερομηνίες ούτε στα μικρόφωνα.
Θα γίνει μεταξύ υποσχέσεων και πεπραγμένων, μεταξύ προγράμματος και κόστους, μεταξύ πολιτικής φιλοδοξίας και εκλογικής νομιμοποίησης.
Ο Αλέξης Τσίπρας βιάζεται να επιστρέψει.
Το αν θα επιστρέψει, όμως, δεν θα το αποφασίσει η Θεσσαλονίκη.
Θα το αποφασίσει η κάλπη.