Δεν ξέρω αν αυτό που παρακολούθησα ήταν συνέντευξη ή μια επίδειξη πολιτικής αμνησίας. Ακούγοντας τον Αλέξη Τσίπρα στον Νίκο Χατζηνικολάου, ένιωσα ότι δεν μιλάει ένας πρώην πρωθυπουργός που έζησε την πιο δραματική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας, αλλά κάποιος που επιμένει να περιγράφει την καταστροφή ως… στρατηγική ιδιοφυΐα.

Και εκεί που νομίζεις ότι τα έχεις ακούσει όλα, έρχεται η φράση-βόμβα: «Έπρεπε να είχα κλείσει τις τράπεζες την επομένη των εκλογών». Δηλαδή τι ακριβώς μας είπε ο ποιητής; Ότι το λάθος του δεν ήταν το χάος που προκάλεσε το καλοκαίρι του 2015, αλλά ότι δεν το προκάλεσε… νωρίτερα; Ότι θα έπρεπε να είχε επιβάλει capital controls από τον Ιανουάριο;

Αυτό δεν είναι αυτοκριτική. Είναι ομολογία επικίνδυνης εμμονής.

Διότι όσοι ζήσαμε εκείνο το καλοκαίρι δεν ξεχάσαμε. Δεν ξεχάσαμε τις ουρές στα ΑΤΜ, την αγωνία των πολιτών, τις επιχειρήσεις που έμειναν χωρίς ρευστότητα από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν ξεχάσαμε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποκλείστηκαν από κάθε μορφή δανεισμού και αναγκάστηκαν να ξεπουλήσουν περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσουν μισθούς, προμηθευτές και υποχρεώσεις. Και έρχεται σήμερα ο ίδιος άνθρωπος να μας πει ότι το κόστος ήταν «μικρό»;

Μικρό για ποιον; Για εκείνον που δήλωσε ότι έπαιζε «σκάκι»; Γιατί για την πραγματική οικονομία ήταν συντριπτικό.

Και κάπου εκεί κορυφώνεται η πρόκληση: το δημοψήφισμα του 2015 βαφτίζεται «κορυφαία στιγμή». Όχι, δεν ήταν. Ήταν η επιτομή της πολιτικής εξαπάτησης. Ένα «όχι» που μετατράπηκε σε «ναι» μέσα σε λίγες μέρες κάτω από το βάρος της εξόδου από την ευρωζώνη. Μια κίνηση που δίχασε τη χώρα, έσπειρε ψευδαισθήσεις και τελικά οδήγησε σε ένα αχρείαστο, τρίτο μνημόνιο.

Ακόμη και σήμερα, επιμένει να το υπερασπίζεται. Σαν να μην έχει καταλάβει τίποτα. Σαν να μην έχει διδαχθεί τίποτα. Σαν να θεωρεί ότι εκείνη η περίοδος ήταν επιτυχία και όχι πολιτική καταστροφή.

Και όμως, η πραγματικότητα είναι ξεροκέφαλη. Η «περήφανη διαπραγμάτευση» δεν ήταν σκάκι. Ήταν τζόγος. Και μάλιστα με τα λεφτά και το μέλλον μιας ολόκληρης χώρας. Όταν ρισκάρεις την οικονομική σταθερότητα, τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και την επιβίωση της αγοράς, δεν είσαι grand master στο σκάκι. Είσαι παίκτης καζίνο. Ένας εθισμένος τζογαδόρος.

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στα υπόλοιπα. Στη συμφωνία των Πρεσπών, όπου αγνοεί το βαθύ κοινωνικό ρήγμα που προκάλεσε. Στο Μάτι, όπου η «ανάληψη πολιτικής ευθύνης» δεν συνοδεύτηκε ποτέ από ουσιαστική αυτοκριτική για τα τραγικά λάθη εκείνης της νύχτας.

Ακούγοντάς τον, δεν ένιωσα ότι μιλά ένας πολιτικός που θέλει να επιστρέψει πιο ώριμος. Ένιωσα ότι μιλά ο ίδιος άνθρωπος που θεωρεί ακόμη τον εαυτό του «παίκτη που βλέπει τρεις κινήσεις μπροστά». Μόνο που η ιστορία έδειξε ότι δεν βλέπει την τύφλα του.

Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Όχι τα λάθη του παρελθόντος, αυτά κρίθηκαν. Αλλά το γεγονός ότι σήμερα, με απόσταση χρόνου, δεν αναγνωρίζει καν το μέγεθός τους.

Αμετανόητος τότε. Αμετανόητος και τώρα.