Υπάρχουν πολιτικοί που κρίνονται από τα έργα τους. Υπάρχουν πολιτικοί που κρίνονται από τις υποσχέσεις τους. Και υπάρχουν πολιτικοί που κρίνονται από την απόσταση ανάμεσα σε όσα υποσχέθηκαν και σε όσα τελικά έκαναν. Στην τελευταία κατηγορία, ο Αλέξης Τσίπρας κατέχει ξεχωριστή θέση.
Από το «θα σκίσουμε τα μνημόνια με έναν νόμο και ένα άρθρο» μέχρι το δημοψήφισμα που μετατράπηκε σε μνημόνιο μέσα σε λίγες ημέρες, η πολιτική διαδρομή του πρώην πρωθυπουργού αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής εξαπάτησης στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Το 2015 ο ελληνικός λαός άκουσε υποσχέσεις για κατάργηση της λιτότητας, επαναφορά μισθών και συντάξεων, διαγραφή χρέους και τέλος των μνημονίων. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική. Αντί για κατάργηση μνημονίου, ήρθε το τρίτο και βαρύτερο μνημόνιο. Αντί για σύγκρουση με τους δανειστές, ήρθε η πλήρης υπογραφή όλων των απαιτήσεών τους. Αντί για «περήφανη διαπραγμάτευση», ήρθε ένας λογαριασμός δισεκατομμυρίων που πλήρωσαν οι Έλληνες πολίτες.
Κορυφαία στιγμή αυτής της πολιτικής εξαπάτησης ήταν το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015. Ο ελληνικός λαός κλήθηκε να ψηφίσει «Όχι» σε μια συμφωνία που η κυβέρνηση παρουσίαζε ως καταστροφική. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ηχηρό «Όχι». Όμως μέσα σε λίγες ημέρες, το «Όχι» μετατράπηκε σε «Ναι» και η κυβέρνηση υπέγραψε ένα ακόμη σκληρότερο πρόγραμμα προσαρμογής.
Ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας δεν είχε υπάρξει τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη λαϊκή εντολή και στην κυβερνητική πράξη. Το δημοψήφισμα, που παρουσιάστηκε ως ύψιστη δημοκρατική διαδικασία, κατέληξε να αποτελεί σύμβολο πολιτικής ανακολουθίας.
Το ίδιο συνέβη και με τους συνταξιούχους. Οι άνθρωποι που άκουγαν προεκλογικά ότι οι συντάξεις θα προστατευθούν, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον νόμο Κατρούγκαλου. Έναν νόμο που άλλαξε ριζικά το ασφαλιστικό σύστημα, επέφερε σημαντικές περικοπές και εισήγαγε μηχανισμούς δημοσιονομικής προσαρμογής που έμειναν γνωστοί ως «κόφτες».
Οι συνταξιούχοι θυμούνται ακόμη τις υποσχέσεις περί αποκατάστασης αδικιών. Θυμούνται όμως και τις μειώσεις, τις προσωπικές διαφορές, τις συνεχείς ανατροπές και την αβεβαιότητα που ακολούθησε. Η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στην πραγματικότητα υπήρξε τεράστια.
Αλλά το κεφάλαιο των αντιφάσεων δεν σταματά εκεί.
Η υπόθεση Novartis παρουσιάστηκε επί χρόνια ως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους». Πολιτικοί αντίπαλοι βρέθηκαν στο στόχαστρο, στήθηκαν πρωτοσέλιδα, δημιουργήθηκε ένα κλίμα ενοχοποίησης και πολιτικής απαξίωσης. Η τότε κυβέρνηση επένδυσε πολιτικά σε μια υπόθεση που εμφανιζόταν ως απόδειξη γενικευμένης διαφθοράς του παλαιού πολιτικού συστήματος.
Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια, οι εξελίξεις ανέδειξαν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η κυβέρνηση την υπόθεση. Οι καταγγελίες περί πολιτικής εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης, οι αντιπαραθέσεις για τους προστατευόμενους μάρτυρες και οι δικαστικές εξελίξεις που ακολούθησαν δημιούργησαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που είχε αρχικά παρουσιαστεί.
Αυτό που τελικά έμεινε στη συλλογική μνήμη δεν ήταν η αποκάλυψη ενός «μεγαλύτερου σκανδάλου», αλλά η αίσθηση μιας ακραίας πολιτικής πόλωσης που δίχασε τη χώρα και τραυμάτισε την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε πολλές φορές να παρουσιαστεί ως ο πολιτικός που συγκρούστηκε με το κατεστημένο. Ωστόσο, η πολιτική του πορεία χαρακτηρίστηκε από συνεχείς μεταμορφώσεις. Από αντιμνημονιακός έγινε μνημονιακός. Από πολέμιος των δανειστών έγινε συνομιλητής τους. Από επικριτής των συμβιβασμών κατέληξε να υπογράφει συμβιβασμούς που προηγουμένως κατήγγελλε.
Αυτή ακριβώς η διαρκής αντίφαση είναι που οδηγεί πολλούς πολιτικούς αντιπάλους του να τον παρομοιάζουν με τον Πινόκιο της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Όχι επειδή απλώς διατύπωσε προεκλογικές υποσχέσεις που δεν υλοποιήθηκαν — κάτι που συμβαίνει συχνά στην πολιτική — αλλά επειδή πολλές από τις κεντρικές πολιτικές του δεσμεύσεις κατέληξαν να ανατραπούν πλήρως από τις ίδιες του τις πράξεις.
Η πολιτική ιστορία, άλλωστε, δεν γράφεται από τα συνθήματα. Γράφεται από τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα της διακυβέρνησης Τσίπρα εξακολουθούν να προκαλούν έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.
Σήμερα, καθώς επιχειρείται η επαναφορά του στο προσκήνιο ως δήθεν νέας πολιτικής λύσης, πολλοί πολίτες θυμούνται. Θυμούνται τα μεγάλα λόγια, τις μεγάλες υποσχέσεις, τις μεγάλες συγκρούσεις που κατέληξαν σε μεγάλες υποχωρήσεις. Θυμούνται το δημοψήφισμα που έγινε μνημόνιο. Θυμούνται τους συνταξιούχους που πλήρωσαν το κόστος. Θυμούνται τη Novartis και το τοξικό κλίμα που δηλητηρίασε τη δημόσια ζωή.
Γιατί στην πολιτική, όσο κι αν κάποιοι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία, η μνήμη παραμένει ο πιο αυστηρός κριτής. Και η μύτη του πολιτικού Πινόκιο δεν μεγαλώνει από τα παραμύθια που λέει σήμερα, αλλά από εκείνα που οι πολίτες θυμούνται ακόμη.