Η υπόθεση της Θεσσαλονίκης, με τις καταγγελίες για κτηνίατρο που φέρεται να πραγματοποιούσε επεμβάσεις σε ζώα σε ακατάλληλο χώρο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ακόμη μία αποκρουστική ιστορία που θα απασχολήσει για λίγες ημέρες τα δελτία ειδήσεων και στη συνέχεια θα ξεχαστεί.
Πίσω από το σοκ, τις εικόνες και τις αυτονόητες ποινικές και πειθαρχικές ευθύνες που πρέπει να διερευνηθούν, ανοίγει ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: ποιο είναι το σύστημα μέσα στο οποίο παρέχονται, ανατίθενται και ελέγχονται οι κτηνιατρικές υπηρεσίες για χιλιάδες ζώα και, κυρίως, ποιος ελέγχει πραγματικά εκείνους που τις αναλαμβάνουν.
Γιατί η προστασία των ζώων δεν μπορεί να εξαντλείται σε αναρτήσεις συμπάθειας μετά από κάθε καταγγελία. Απαιτεί κανόνες πριν συμβεί το κακό.
Εδώ και χρόνια, Δήμοι σε ολόκληρη τη χώρα καλούνται να διαχειριστούν ένα τεράστιο και σύνθετο πρόβλημα: στειρώσεις, περιθάλψεις, χειρουργικές επεμβάσεις, νοσηλείες και γενικότερα κτηνιατρικές υπηρεσίες για αδέσποτα ζώα. Και σε αρκετές περιπτώσεις η δημόσια συζήτηση γύρω από τις αναθέσεις καταλήγει να περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από ένα πράγμα: την τιμή.
Ποιος θα δώσει τη χαμηλότερη προσφορά; Ποιος θα κοστίσει λιγότερο στον Δήμο; Ποιος θα «χτυπήσει» οικονομικότερα τη διαδικασία;
Μόνο που εδώ δεν αγοράζουμε χαρτί για φωτοτυπικά μηχανήματα. Δεν προμηθευόμαστε καρέκλες ή λάμπες. Μιλάμε για ζωντανούς οργανισμούς που χρειάζονται αναισθησία, χειρουργική πράξη, αποστείρωση, φαρμακευτική αγωγή, μετεγχειρητική παρακολούθηση και, όταν απαιτείται, νοσηλεία.
Η λογική του «φθηνότερου πάση θυσία» μπορεί να γίνει επικίνδυνη όταν δεν συνοδεύεται από αυστηρές και ουσιαστικές προδιαγραφές ποιότητας. Μια εξαιρετικά χαμηλή προσφορά οφείλει να προκαλεί ερωτήματα: Με ποιο προσωπικό θα εκτελεστεί το έργο; Σε ποιες εγκαταστάσεις; Με ποιον εξοπλισμό; Με ποια πρωτόκολλα αναισθησίας και ασφάλειας; Πού θα γίνεται η ανάνηψη; Ποιος θα παρακολουθεί το ζώο μετά την επέμβαση; Τι συμβαίνει εάν παρουσιαστεί επιπλοκή; Υπάρχει πραγματική δυνατότητα νοσηλείας ή το ζώο αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμη αριθμός σε έναν κατάλογο;
Η Πολιτεία δεν μπορεί να ζητά από τους δήμους να διαχειριστούν το πρόβλημα των αδέσποτων και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή της επειδή ολοκληρώθηκε ένας διαγωνισμός και βρέθηκε ο οικονομικότερος ανάδοχος.
Η οικονομία του δημοσίου χρήματος είναι υποχρέωση. Όμως, η χαμηλότερη τιμή δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άλλοθι για χαμηλότερες προδιαγραφές περίθαλψης.
Απαιτείται ένα σαφές, αυστηρό και ενιαίο πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις κτηνιατρικών υπηρεσιών. Με υποχρεωτικές τεχνικές και επιστημονικές προδιαγραφές. Με πιστοποιημένους χώρους. Με ελάχιστες απαιτήσεις εξοπλισμού. Με καταγραφή των επεμβάσεων. Με δυνατότητα πραγματικών και αιφνιδιαστικών ελέγχων. Με σαφή πρωτόκολλα για την αναισθησία, την ανάνηψη και τη μετεγχειρητική φροντίδα. Και με ουσιαστικές κυρώσεις όταν οι όροι παραβιάζονται.
Κυρίως, όμως, χρειάζεται να σταματήσει η αντιμετώπιση της κτηνιατρικής πράξης ως ενός απλού αριθμού σε ένα φύλλο οικονομικής προσφοράς.
Μια στείρωση έχει πραγματικό κόστος. Ένα χειρουργείο έχει πραγματικό κόστος. Η αναισθησία, τα φάρμακα, τα αναλώσιμα, ο εξοπλισμός, το εξειδικευμένο προσωπικό, η αποστείρωση και η μετεγχειρητική παρακολούθηση έχουν πραγματικό κόστος. Όταν μια προσφορά κατεβαίνει σε επίπεδα που γεννούν εύλογα ερωτήματα για το πώς είναι δυνατόν να παρέχεται με ασφάλεια η συγκεκριμένη υπηρεσία, η απάντηση του συστήματος δεν μπορεί να είναι απλώς «ήταν ο φθηνότερος».
Πρέπει να είναι: «Αποδεικνύεις ότι μπορείς να το κάνεις σωστά, νόμιμα και με ασφάλεια;».
Η υπόθεση της Θεσσαλονίκης —ανεξάρτητα από την τελική δικαστική κρίση και χωρίς να προδικάζεται η σύνδεσή της με οποιαδήποτε συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση— είναι μια ακόμη αφορμή για να ανοίξει η συζήτηση που οι κυβερνήσεις και η Πολιτεία αποφεύγουν εδώ και χρόνια. Δεν αρκεί να κυνηγάς την παρανομία αφού αποκαλυφθεί. Οφείλεις να έχεις δημιουργήσει ένα σύστημα που δυσκολεύει την παρανομία πριν αυτή συμβεί.
Διότι κάθε φορά που ένα ζώο καταλήγει σε έναν ακατάλληλο χώρο, κάθε φορά που μια ιατρική πράξη πραγματοποιείται χωρίς τις αναγκαίες συνθήκες και κάθε φορά που η τιμή υπερισχύει της ασφάλειας, η ευθύνη δεν σταματά πάντοτε στην πόρτα εκείνου που εκτελεί την πράξη. Το κράτος οφείλει να εξετάζει και τις δικές του δικλίδες ασφαλείας: ποιος έλεγξε, ποιος πιστοποίησε, ποιος επέβλεψε και ποιος θεώρησε ότι όλα λειτουργούν σωστά.
Η φιλοζωία δεν αποδεικνύεται με νομοσχέδια που διαφημίζονται και μετά μένουν χωρίς επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου. Αποδεικνύεται στην πράξη, εκεί όπου ένα ζώο παραδίδεται για να χειρουργηθεί και η Πολιτεία πρέπει να εγγυάται ότι θα βρεθεί σε νόμιμο, ασφαλή και επιστημονικά κατάλληλο χώρο.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πώς μπορεί να φτάσει κάποιος στο σημείο να πραγματοποιεί επεμβάσεις υπό συνθήκες που προκαλούν αποτροπιασμό. Είναι και πώς ένα ολόκληρο σύστημα μπορεί να αφήνει κενά μέσα στα οποία τέτοιες πρακτικές βρίσκουν χώρο να αναπτυχθούν.
Και όσο η Πολιτεία περιορίζεται στο να εμφανίζεται εκ των υστέρων ως αγανακτισμένος θεατής, τόσο θα παραμένει μέρος του προβλήματος που υποτίθεται ότι θέλει να λύσει.
Γιατί στα ζώα δεν οφείλουμε τη φθηνότερη δυνατή περίθαλψη.
Τους οφείλουμε ασφαλή, νόμιμη και αξιοπρεπή περίθαλψη.