Άβυσσος, κατά τα φαινόμενα, χωρίζει τον Αλέξη Τσίπρα και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Από τη στιγμή που οι δρόμοι τους χώρισαν, με την καταγγελτική αποχώρηση της Κωνσταντοπούλου από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015, σε κάθε ευκαιρία… κοσμεί ο ένας τον άλλον με ακραίους χαρακτηρισμούς. Περισσότερο επιθετική ίσως η Ζωή Κωνσταντοπούλου, που προειδοποίησε μάλιστα τον Αλέξη Τσίπρα να μη «διανοηθεί να βγει από το λαγούμι του».
Τελικά, ο Τσίπρας βγήκε από το λαγούμι του και με την «Ιθάκη» υπό μάλης περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα, οικοδομώντας το νέο κόμμα. Και όταν κάποια στιγμή οι άσπονδοι σύντροφοι βρεθούν face to face ίσως και να τρομάξουν βλέποντας ο ένας στο πρόσωπο του άλλου τον εαυτό του ή για την ακρίβεια, μία πτυχή του εαυτού του: την εξουσιομανία και την εξουσιολαγνεία.
Τον Αύγουστο του 2015 το περιβάλλον Τσίπρα εξαπολύει πρωτάκουστους χαρακτηρισμούς κατά της Ζωής Κωνσταντοπούλου, όπως παραλήρημα αλαζονείας, κρίση εξουσιομανίας και συμπεριφορά δικτάτορα. «Νομίζει πως είναι το επίκεντρο, ενώ είναι απλά μια λάθος επιλογή» σημειώνουν αναφερόμενοι, προφανώς, στην επιλογή Τσίπρα να την προτείνει για πρόεδρο της Βουλής!
«Βγάλε τη σκούφια σου και βάρα μας», λέει σε αντίστοιχες περιπτώσεις ο λαός. Γιατί δεν χωρά αμφιβολία ότι η Κωνσταντοπούλου από την περίοδο της προεδρίας της Βουλής μέχρι την προεδρία της Πλεύσης Ελευθερίας συχνά πυκνά επιδίδεται σε ρεσιτάλ αυταρχικότητας, ύβρεων και αλαζονείας, αλλά και ο Τσίπρας δεν φημίζεται για την ταπεινότητά του!
Η Κωνσταντοπούλου μάχεται λυσσαλέα στο όνομα και για το όνομα της όποιας μικρής ή μεγαλύτερης εξουσίας…
Αυτοπροσδιορίζεται με τη συμπεριφορά της ως πολιτική αμαζόνα και δεν ξεχνά ποτέ να υπενθυμίζει την… αυθεντία της στην υπεράσπιση του δικαίου, ακόμη και αν χρειαστεί να λοιδορήσει και να υποκαταστήσει τους δικαστικούς λειτουργούς και τις δομές της Δικαιοσύνης με κρεμάλες και λαϊκά δικαστήρια, εκτός και εντός του Κοινοβουλίου.
Ωστόσο και τα πολιτικά πεπραγμένα Τσίπρα δεν στερούνται στοιχείων δημαγωγίας και εξουσιομανίας.
Με τη φιλοδοξία μιας διευρυμένης κοινωνικής αποδοχής να αντρώνεται την περίοδο του 15μελούς μαθητικού συμβουλίου στην Γκράβα, ο Τσίπρας εξέθρεψε, για κάποιους, τον λαϊκισμό ως υπέρτατη πολιτική επιλογή στις «πάνω» και «κάτω» πλατείες, εκφράζοντας ενδεχομένως τα αδιέξοδα ενός μέρους των «Αγανακτισμένων» των μνημονίων, και φθάνοντας μέχρι τη διακυβέρνηση της χώρας, σε συνεργασία με την Ακροδεξιά των ΑΝΕΛ.
Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα δεν είχε σαφή πολιτική ταυτότητα μεταρρύθμισης παρά μόνο τη χωρίς όρια και όρους επιδίωξη νομής της εξουσίας. Και όταν η λαϊκή ετυμηγορία έστειλε τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση ο Τσίπρας δεν άντεξε για πολύ μακριά από τους… αρμούς της εξουσίας.
Εγκατέλειψε την αρχηγία του κόμματός του και σχεδόν από την πρώτη στιγμή φρόντισε να διαμορφώσει σκηνικό επαναφοράς του. Κάτι η συνεισφορά Κασσελάκη στην αποδόμηση του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι οι διασπάσεις που ακολούθησαν, ο Α. Τσίπρας επιχειρεί και πάλι να εκφράσει μια δήθεν πολιτική υπέρβασης.
Όχημά του η δικαιωματική… λογοτεχνική «αναρχία» στις λέξεις και στις έννοιές τους στην «Ιθάκη» και η αβέβαιη προτροπή, «ίσως σύντομα να ταξιδέψουμε πάλι μαζί σε πιο όμορφες θάλασσες». Ευχή και ελπίδα του Αλέξη Τσίπρα για μία θέση κοντά στον ήλιο της εξουσίας.
Μπορεί, αλήθεια, να πείσει ο Α. Τσίπρας ως εκφραστής της προοπτικής, όταν καταψηφίστηκε μέσα σε κλίμα πλήρους απαξίωσης και ευτελισμού; Το ερώτημα για τον ίδιο είναι μάλλον ρητορικό, όπως για κάθε πολιτικό που έχει σημείο αναφοράς την εξουσιομανία του.
Γι’ αυτό ίσως και δεν… συνετίστηκε ποτέ από τα λάθη του, με πρώτο την αντίληψή του ότι θα έσκιζε τα μνημόνια και ακολούθως την επιλογή του να συνεταιριστεί με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, να κάνει υπουργό Οικονομικών τον Βαρουφάκη και να δώσει χώρο και χρόνο σε αριστερίστικα ψευδοϊδεολογήματα ενός χρεοκοπημένου κράτους, που έφθασαν τη χώρα μπροστά σε κλειστές τράπεζες και στη χρεοκοπία.
Όπως δεν άφησε και ποτέ το κόμμα του, τον ΣΥΡΙΖΑ, να σηκώσει κεφάλι πιο πάνω από το δικό του. Από τη στιγμή που κρέμασε τα παπούτσια του, δεν σταμάτησε τις έμμεσες και μεθοδευμένες αναμείξεις στα τεκταινόμενα της Κουμουνδούρου, εξουδετερώνοντας πολιτικά κάθε εν δυνάμει εσωκομματικό του αντίπαλο, την Αχτσιόγλου, τον Κασσελάκη, τον Φάμελλο.
Η κοινοβουλευτική και κομματική συμπεριφορά της Ζωής Κωνσταντοπούλου προδίδει ότι κινητήριος μοχλός της παρεμβατικότητας και του… ακτιβισμού της είναι η αφοσίωση και η εξάρτησή της από την όποια εξουσία.
Στην επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, ενώπιον του υπουργού Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα, υπέβαλλε ερωτήσεις επί 82 λεπτά!
Το 2012, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ τότε, κατάφερε να βγάλει εκτός εαυτού τον πρώην πρόεδρο της Βουλής, Απόστολο Κακλαμάνη, με την επίθεσή της στον τότε υφυπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Μανούσο Βολουδάκη, ο οποίος την ώρα που εκείνη μιλούσε υπέπεσε στο βαρύτατο παράπτωμα να μην είναι προσηλωμένος στον λόγο της και να συνομιλεί με έναν άλλο βουλευτή.
Η Ζ. Κωνσταντοπούλου γίνεται η δεύτερη αρχηγός πολιτικού κοινοβουλευτικού κόμματος, μετά τον Μιχαλολιάκο της Χρυσής Αυγής, που παραπέμπεται στην Επιτροπή Δεοντολογίας από τον ιδιαίτερα μετριοπαθή πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, ύστερα από μια σειρά προκλητικών συμπεριφορών.
Μόνο ενισχυτικές της Δημοκρατίας, όμως, δεν φαντάζουν οι πρακτικές της Κωνσταντοπούλου και μέσα στο ίδιο της το κόμμα. Δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές, τον Ιούνιο του 2023, υποψήφιες του κόμματος καταγγέλλουν τις αλλαγές στα ψηφοδέλτια που φέρεται να έκανε, με την υποψήφια στον Πειραιά, Μαργαρίτα Καζάκου, να μιλά για «φυτευτούς» υποψηφίους της «αρχηγού». Και να μην ξεχνάμε την πρόσφατη καταγγελία εργαζόμενης στην Πλεύση Ελευθερίας για εργασιακό μπούλινγκ και απλήρωτη… εργασία.