Με τη διακρατική συμφωνία για τη δημιουργία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» η Ελλάδα λαμβάνει όλα τα μέτρα που λειτουργούν αποτρεπτικά προς κάθε απειλή.
Υπεγράφη χθες στο Τελ Αβίβ η διακρατική συμφωνία για τη δημιουργία του ελληνικού θόλου, γνωστού ως «Ασπίδα του Αχιλλέα», και ενεργοποιείται η διαδικασία υλοποίησης ενός αμυντικού έργου που χαρακτηρίζεται ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα στο πλαίσιο της θωράκισης της χώρας αφού ουσιαστικά αναδιοργανώνει την άμυνα και ταυτόχρονα ενισχύει και την αμυντική βιομηχανία μας.
Με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ο αμυντικός σχεδιασμός της Ελλάδας αποκτά ένα συνεκτικό πλαίσιο προστασίας με το οποίο θα συλλειτουργούν και θα επιχειρούν και τα νέα οπλικά συστήματα όπως τα F-35, οι φρεγάτες Belharra ή τα αναβαθμισμένα F-16 και όλα όσα η κυβέρνηση έχει φέρει ή φέρνει στη χώρα, στο πλαίσιο της ενίσχυσης στον μέγιστο βαθμό της αποτρεπτικής δύναμης.
Τα επιμέρους στοιχεία αναλύονται και θα αναλυθούν περαιτέρω. Το βασικό στοιχείο όμως παραμένει ένα: Η διαρκής ενδυνάμωση της ασφάλειας της χώρας σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Η διαμόρφωση συνθηκών που την καθιστούν πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή σε συνδυασμό με τις κινήσεις, τις αποφάσεις και τις συμφωνίες που γίνονται στην εξωτερική πολιτική.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε –ίσως γίνεται κουραστικό, αλλά πρέπει να επισημαίνεται– ότι η Ελλάδα διά της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει υπογράψει συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο για ΑΟΖ, έχει καταθέσει τους θαλάσσιους χωροταξικούς χάρτες που αποτυπώνουν τα απώτατα δυνητικά μας όρια, ενώ έχει ανακοινώσει και τα θαλάσσια πάρκα.
Όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις ενεργειακές συμφωνίες που στο πεδίο αποδυναμώνουν πλήρως κάθε προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων αναφορικά με περιπτώσεις όπως, για παράδειγμα, το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο.
Είναι δεδομένο ότι το δήθεν ερώτημα για «βούτυρο ή κανόνια» θα μπει στη συζήτηση από κόμματα και κινήματα που κινούνται στη σφαίρα της διαρκούς διαμαρτυρίας από τη μία, ενώ την ίδια στιγμή κατηγορούν την κυβέρνηση για υποχωρητικότητα και ενδοτικότητα έναντι της Τουρκίας και των προκλήσεών της.
Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή την οποία ουδείς αμφισβητεί – εκτός από τους No Borders και όλους όσοι κινούνται στη λογική των ανοιχτών συνόρων ή της θάλασσας που δεν έχει σύνορα. Η Ελλάδα ούτε Ελβετία είναι ούτε Βρυξέλλες. Στα σύνορά της –που να θυμίσουμε είναι και σύνορα της Ευρώπης– έχει την ατυχία να έχει γείτονες που έχουν στην προμετωπίδα της πολιτικής τους τον αναθεωρητισμό.
Οφείλει, ως εκ τούτου, να λαμβάνει όλα τα μέτρα που θα λειτουργούν αποτρεπτικά προς κάθε πλευρά. Να στέλνει ένα μήνυμα προς όλους, αλλά και προς τις αγορές, αφού η ασφάλεια και η σταθερότητα αποτελούν βασικούς παράγοντες και για την οικονομική ανάπτυξη. Κάθε χώρας. Το κάνει; Η απάντηση είναι «ναι», όσο και να επιθυμεί κάποιος να ασκήσει κριτική. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί μια ακόμη δικλίδα ασφαλείας στο πλαίσιο αυτό.
Ας δούμε όμως και κάτι άλλο. Απαιτήθηκαν τρία χρόνια διαπραγματεύσεων για να ολοκληρωθεί αυτή η συμφωνία με το Ισραήλ, χώρα που κατέχει την απαραίτητη τεχνογνωσία και χώρα σύμμαχο. Σκεφτείτε να είχε υιοθετηθεί η άποψη κομμάτων της αντιπολίτευσης, που δηλώνουν κόμματα εξουσίας, για διακοπή ή αναστολή των σχέσεων με το Ισραήλ σε επίπεδο ΕΕ – άρα, θα το ακολουθούσε και η Ελλάδα.
Να είχε χαθεί μια ευκαιρία και χρόνος κρίσιμος για την εν λόγω συμφωνία. Να είχαμε δηλαδή διακόψει εμπορικές και άλλες σχέσεις με μια χώρα, η οποία πέραν της προηγμένης τεχνολογίας σε όλα τα θέματα –δείτε για παράδειγμα θέματα υγείας– παραμένει εμπόδιο σε μια αναθεωρητική πολιτική που επιδιώκει να κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή...
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».