Τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι χριστιανικές αξίες στη σύγχρονη Ευρώπη, σε μια περίοδο πολέμων, κοινωνικής πόλωσης και νέων τεχνολογικών προκλήσεων, εξέτασε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή του ΕΛΚ Δημήτρη Τσιόδρα.
Κεντρικό σημείο της συζήτησης αποτέλεσε το άρθρο 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο των ευρωπαϊκών θεσμών με τις Εκκλησίες, τις θρησκευτικές κοινότητες, αλλά και τις φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις.
Τσιόδρας: Ο διάλογος δεν μπορεί να είναι ευκαιριακός
Ο Δημήτρης Τσιόδρας υποστήριξε ότι η εφαρμογή του άρθρου 17 δεν πρέπει να περιορίζεται σε ευκαιριακές συζητήσεις, αλλά να αποκτήσει περισσότερο συγκροτημένο και σταθερό χαρακτήρα, ιδιαίτερα σε ζητήματα που δημιουργούν νέα ηθικά διλήμματα.
Αναφέρθηκε ειδικότερα στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις θεραπευτικές γενετικές παρεμβάσεις, επισημαίνοντας ότι θεσμοί οι οποίοι εκπροσωπούν εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες δεν μπορούν να απουσιάζουν από τον δημόσιο διάλογο. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη διατήρησης διακριτών ρόλων μεταξύ Εκκλησίας και πολιτείας, ακόμη και όταν υπάρχουν διαφωνίες.
Από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο θεοφιλέστατος Αιμίλιος Χατζηβασιλείου, μεταφέροντας χαιρετισμό του Μητροπολίτη Βελγίου Αθηναγόρα, υπενθύμισε τη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου ότι η χριστιανική κληρονομιά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εργαλείο αποκλεισμού, εθνικισμού ή διχασμού.
Μεϊμαράκης: Η θρησκεία να ενώνει και όχι να διχάζει
Στην άνοδο της βίας και της κοινωνικής πόλωσης στην Ευρώπη αναφέρθηκε ο ευρωβουλευτής Βαγγέλης Μεϊμαράκης, συμπρόεδρος της ομάδας εργασίας του ΕΛΚ για τον διαπολιτισμικό και διαθρησκειακό διάλογο.
Ο κ. Μεϊμαράκης επισήμανε ότι η θρησκεία μπορεί να εργαλειοποιηθεί για την καλλιέργεια φανατισμού και υπογράμμισε ότι ο ρόλος της πρέπει να λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, ως παράγοντας κοινωνικής συνοχής και διαλόγου.
Με βιντεομήνυμά της, η αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Αντονέλα Σμπέρνα, αρμόδια για την εφαρμογή του άρθρου 17, σημείωσε ότι η αναγνώριση της χριστιανικής συμβολής στην ευρωπαϊκή ιστορία δεν υποβαθμίζει άλλες θρησκευτικές παραδόσεις ή μη ομολογιακές πεποιθήσεις. Ανακοίνωσε ακόμη ότι στις αρχές Δεκεμβρίου θα πραγματοποιηθεί νέο σεμινάριο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη συμβολή των κοινοτήτων στην ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Το αίτημα για παρακολούθηση της μισαλλοδοξίας κατά χριστιανών
Η ευρωβουλευτής του ΕΛΚ Μίριαμ Λέξμαν υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση απέφευγε επί σειρά ετών να αναφέρεται στις χριστιανικές της ρίζες, ενώ εξέφρασε την εκτίμηση ότι αρκετοί χριστιανοί διστάζουν να εκφράσουν δημόσια την πίστη τους φοβούμενοι ότι θα χαρακτηριστούν μισαλλόδοξοι.
Η ίδια αναφέρθηκε στη δράση των εκκλησιαστικών φιλανθρωπικών οργανώσεων, καθώς και στο μεταναστευτικό, τονίζοντας την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη τόσο η ανθρώπινη διάσταση όσο και οι αντοχές των τοπικών κοινωνιών. Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι η Διακομματική Ομάδα για τη θρησκευτική ελευθερία ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δημιουργία μηχανισμού παρακολούθησης της μισαλλοδοξίας κατά των χριστιανών στο εσωτερικό της ΕΕ.
Χαρακόπουλος: Ευρωπαϊκή ταυτότητα και χριστιανικές ρίζες
Στην εκδήλωση συμμετείχε και ο βουλευτής Λάρισας της ΝΔ Μάξιμος Χαρακόπουλος, γενικός γραμματέας της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, ο οποίος παρουσίασε την αγγλική έκδοση των πρακτικών του συνεδρίου «Η πολιτική ως χώρος έκφρασης των χριστιανικών αξιών στην καθημερινότητα», που είχε πραγματοποιηθεί τον Μάιο του 2024 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Ο κ. Χαρακόπουλος συνέδεσε την υποχώρηση της χριστιανικής παράδοσης με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές, όπως η πίεση στη μεσαία τάξη και η διεύρυνση της απόστασης μεταξύ πολιτών και πολιτικών ηγεσιών. Όπως ανέφερε, η αναγνώριση των ιστορικών χριστιανικών καταβολών της Ευρώπης μπορεί να συνυπάρχει με τον δημοκρατικό και πλουραλιστικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη συζήτηση παρενέβησαν επίσης εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών χριστιανικών Εκκλησιών, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται τελικά στο κατά πόσο ο προβλεπόμενος από τις ευρωπαϊκές συνθήκες διάλογος μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικότερο περιεχόμενο μπροστά στις νέες κοινωνικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές προκλήσεις.