Σε πολιτική αντεπίθεση πέρασε ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος μετά τις καταγγελίες της Άννας Παπαδοπούλου για όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια και στο περιθώριο της τηλεοπτικής τους αντιπαράθεσης. Ο πρώην βουλευτής του ΠΑΣΟΚ αναγνώρισε ότι οι τόνοι ξέφυγαν και επανέλαβε πως ζήτησε προσωπικά συγγνώμη, αλλά δεν άφησε αναπάντητη την προσπάθεια της ΕΛ.Α.Σ. να μετατρέψει το περιστατικό σε μείζον πολιτικό ζήτημα.

Μάλιστα, έβαλε ευθέως στο κάδρο τον αρχηγό της ΕΛ.Α.Σ., υποστηρίζοντας ότι η Άννα Παπαδοπούλου θυμήθηκε να επαναφέρει το θέμα ύστερα από 20 ώρες, επειδή το κόμμα της χρειαζόταν επειγόντως αλλαγή ατζέντας. Και για να γίνει σαφέστερος, υπενθύμισε τις πρόσφατες τοποθετήσεις του αρχηγού της για το καλώδιο ανοιχτά της Κάσου, αλλά και τις δηλώσεις του περί κατάκτησης της Κεντροαριστεράς.

Η συγγνώμη, η διαγραφή και η πολιτική σκοπιμότητα

Η ουσία της απάντησης Κωνσταντόπουλου βρίσκεται στην τελευταία του φράση: «Δεν θα επιτρέψω την εργαλειοποίηση ενός συμβάντος για να βγει το κόμμα ΕΛ.Α.Σ. από τα πολιτικά του αδιέξοδα».

Κάπως έτσι, μια τηλεοπτική αντιπαράθεση εξελίσσεται σε ακόμη ένα επεισόδιο της αντιπαλότητας στον χώρο της αντιπολίτευσης. Η Παπαδοπούλου ζητά τη διαγραφή του από το ΠΑΣΟΚ, ο Κωνσταντόπουλος αντιτείνει ότι η συγγνώμη του έχει ήδη δοθεί και καταγγέλλει πολιτική σκοπιμότητα.

Το ενδιαφέρον, πάντως, βρίσκεται στην ευκολία με την οποία μια προσωπική σύγκρουση μετατρέπεται σε κομματική υπόθεση. Γιατί άλλο πράγμα η καταδίκη μιας απαράδεκτης συμπεριφοράς, εφόσον επιβεβαιωθεί, και άλλο η αξιοποίησή της ως ευκαιρίας για πολιτική αντιπαράθεση. Και όταν η συζήτηση φτάνει από τους υψηλούς τόνους ενός τηλεοπτικού διαλόγου μέχρι τις απαιτήσεις για κομματικές διαγραφές, το ερώτημα για το πού τελειώνει η ευαισθησία και πού αρχίζει η πολιτική εκμετάλλευση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.