Νέο γύρο πολιτικής αντιπαράθεσης προκαλούν η αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+ από τη Scope Ratings και η αλλαγή των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές από τη Moody’s.
Ο Άκης Σκέρτσος εξαπολύει σφοδρή επίθεση κατά του Αλέξη Τσίπρα, απαντώντας στην κριτική του για την οικονομική κατάσταση της χώρας και ειδικότερα στη φράση περί «τιμών Γαλλίας και μισθών Βουλγαρίας».
Ο υπουργός Επικρατείας υποστηρίζει ότι η απόφαση της Moody’s επιβεβαιώνει την πορεία ανάκαμψης της Ελλάδας. Παράλληλα, επικαλείται τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για τις καθαρές ετήσιες αποδοχές στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία η χώρα βρίσκεται στη 17η θέση, πάνω από την Πορτογαλία και τη Βουλγαρία.
Η παρέμβασή του έγινε μετά τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη βελγική εφημερίδα Le Soir. Σε αυτήν, ο πρώην πρωθυπουργός δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «με Μητσοτάκη έχουμε τιμές Γαλλίας και μισθούς Βουλγαρίας».
Ο Άκης Σκέρτσος χαρακτηρίζει τον κ. Τσίπρα «αρνητή της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας» και τον κατηγορεί ότι επαναλαμβάνει «χοντροκομμένα ψέματα». Αναγνωρίζει, πάντως, ότι οι αποδοχές στην Ελλάδα δεν έχουν φτάσει ακόμη στο επιθυμητό επίπεδο, σημειώνοντας ότι η αύξηση των εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης παραμένει βασική κυβερνητική προτεραιότητα.
Η ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου
«Η αυστηρή Moody’s βλέπει όσα αρνείται να δει ο κ. Τσίπρας. Η χθεσινή απόφαση της Moody’s να αναβαθμίσει από σταθερές σε θετικές τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας συνέπεσε χρονικά με τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη βελγική εφημερίδα Le Soir.
Σε αυτήν, ως αρνητής της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας, την οποία ωστόσο αξιολογούν θετικά όλοι οι μεγάλοι ξένοι οίκοι αξιολόγησης, επιμένει να «εξάγει» εκτός Ελλάδος αυτό που ξέρει πολύ καλά να κάνει εντός Ελλάδος: να λέει δηλαδή χοντροκομμένα ψέματα επαναλαμβάνοντας ότι έχουμε «μισθούς Βουλγαρίας».
Να το ξαναπούμε, λοιπόν, για να σταματήσει να εκτίθεται ο ίδιος αλλά και να εκθέτει αδίκως την Ελλάδα σε ξένα ΜΜΕ: με βάση την πρόσφατη ανακοίνωση της Eurostat (9/9/2026 https://ec.europa.eu/…/statistics-explained/index.php…) για τις καθαρές ετήσιες αποδοχές στην ΕΕ-27, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στη 17η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, πάνω από την Πορτογαλία που βρίσκεται στη 18η θέση, και φυσικά πάνω από τη Βουλγαρία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μισθοί μας είναι εκεί που θέλουμε. Δεν είναι. Και γι’ αυτό η αύξηση των εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης παραμένει μία από τις βασικές προτεραιότητές μας.
Σημαίνει όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: Η Ελλάδα έχει, πλέον, καλύτερα καθαρά εισοδήματα από την Πορτογαλία και 9 ακόμη χώρες της Ε.Ε., πόσο μάλλον από τη Βουλγαρία.
Και αν κάποιος θέλει να μιλήσει για την περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα πράγματι έχανε εισοδηματικό έδαφος προσεγγίζοντας τη Βουλγαρία, θα πρέπει να κοιτάξει την περίοδο 2015-2019. Τότε τα καθαρά εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών συρρικνώνονταν. Από το 2019 και μετά η τάση αντιστράφηκε και η Ελλάδα άρχισε να ανακτά το χαμένο έδαφος.
Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη ενδιαφέρον γύρω από την πολιτική κριτική που εκπορεύεται από την αντιπολίτευση. Όταν η πραγματικότητα ήταν αρνητική για την Ελλάδα στα δύσκολα χρόνια της κρίσης χρέους, κάποιοι αμφισβητούσαν τις αρνητικές αξιολογήσεις των διεθνών οίκων. Τώρα που οι ίδιοι οίκοι καταγράφουν τη βελτίωση της ελληνικής οικονομίας, πάλι αμφισβητούν τις θετικές αξιολογήσεις τους.
Το πρόβλημα της αντιπολίτευσης, λοιπόν, είναι ότι έχει εγκλωβιστεί σε μια μόνιμη άρνηση της πραγματικότητας. Κι αυτή είναι η ουσία της χθεσινής αναβάθμισης των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από τη Moody’s.
Διότι το έκανε επικαλούμενη ακριβώς αυτά που κάποιοι αρνούνται: περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις, επιτυχία του ταμείου ανάκαμψης στην κινητοποίηση των ιδιωτικών επενδύσεων για την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, αλλαγή στη σύνθεση της οικονομίας και το μίγμα των επενδύσεων, ανάπτυξη επιχειρήσεων σε κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, μείωση του χρέους, περιορισμό της φοροδιαφυγής και μεγαλύτερη δημοσιονομική ανθεκτικότητα.
Έχει σημασία ότι όλα αυτά τα λέει η Moody’s, δηλαδή ο τελευταίος -και πιο αυστηρός- από τους μεγάλους διεθνείς οίκους που έδωσε στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα, τον Μάρτιο του 2025. Ήταν και παραμένει ο πιο συντηρητικός οίκος που κράτησε περισσότερο τις επιφυλάξεις του για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Γι’ αυτό και η χθεσινή αλλαγή των προοπτικών σε θετικές έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Εμείς δεν ισχυριζόμαστε ότι πρέπει να συμφωνεί κανείς με την κυβέρνηση για όλα. Αντιθέτως, χρειαζόμαστε την υγιή και εποικοδομητική αντιπολίτευση.
Όμως, αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε την πατρίδα μας, πρέπει πρώτα να μπορούμε να βλέπουμε αντικειμενικά την Ελλάδα όπως είναι σήμερα και να μην ισοπεδώνουμε την πρόοδο που έχουμε κάνει όλοι συλλογικά.
Ούτε να πανηγυρίζουμε για κάθε θετικό αριθμό αλλά ούτε και να μηδενίζουμε κάθε επίτευγμα. Να μετράμε. Να συγκρίνουμε. Να διορθώνουμε όσα δεν πάνε καλά. Και να συνεχίζουμε τη δουλειά.
Διότι η οικονομία τελικά είναι τα πραγματικά εισοδήματα, οι πραγματικές επενδύσεις, οι πραγματικές δουλειές, η πραγματική παραγωγικότητα και τελικά η καλύτερη ζωή για τους πολίτες. Όχι τα πολιτικά αφηγήματα που αρνούνται την πραγματικότητα. Και όταν η πραγματικότητα αλλάζει, οφείλουμε να αλλάζουμε και την ανάλυσή μας γι’ αυτήν».