Moody’s, DBRS και Scope αναγνωρίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην οικονομία,αλλά επισημαίνουν ότι η άνοδος της παραγωγικότητας πρέπει να έχει διάρκεια. Στα 12,8 δισ. ευρώ οι ξένες άμεσες επενδύσεις το 2025.
Είναι πλέον πασιφανές πως η ελληνική οικονομία στηρίζεται πλέον περισσότερο στις επενδύσεις και τις εξαγωγές, σύμφωνα με τις πρόσφατες αξιολογήσεις των διεθνών οίκων. Η αλλαγή στη σύνθεση της ανάπτυξης μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα και τον δυνητικό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, ενώ δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για τη συνέχιση της μείωσης του δημόσιου χρέους.
Οι Moody’s, DBRS και Scope συνδέουν την επενδυτική δραστηριότητα με τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της χώρας. Παράλληλα, τα πρωτογενή πλεονάσματα στηρίζουν τη δημοσιονομική πορεία. Οι αξιολογήσεις τους, ωστόσο, δείχνουν και το επόμενο ζητούμενο: να αποδειχθεί ότι οι νέες επενδύσεις μεταφράζονται σταθερά σε υψηλότερη παραγωγικότητα.
Στις 18 Σεπτεμβρίου, η Moody’s αναβάθμισε τις προοπτικές της Ελλάδας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την πιστοληπτική βαθμίδα Baa3. «Υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι η συνεχιζόμενη εστίαση των Αρχών σε διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αποφέρουν «καρπούς» με τη μορφή αυξημένης οικονομικής και δημοσιονομικής ανθεκτικότητας, η οποία υπερβαίνει τις τρέχουσες προσδοκίες μας», ανέφερε ο οίκος.
«Το αναπτυξιακό μοντέλο της Ελλάδας καθοδηγείται περισσότερο από τις επενδύσεις και είναι όλο και πιο υποστηρικτικό της παραγωγικότητας», σημείωσε επίσης η Moody’s. Κατά την ανάλυσή της, η αύξηση των επενδύσεων μετά το 2020 δεν εξηγείται αποκλειστικά από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. «Σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες των επενδύσεων ως ποσοστό στο ΑΕΠ μετά το 2020 προήλθε από τις ιδιωτικές επενδύσεις, κάτι που σημαίνει ότι η στήριξη από το ΤΑΑ είναι πιο πιθανό να έχει ενισχύσει την τάση αυτή και όχι να την έχει προκαλέσει».
Αλλαγές καταγράφονται και στις ξένες άμεσες επενδύσεις, με τη Moody’s να διαπιστώνει μικρότερη συγκέντρωση στον τομέα των ακινήτων σε σχέση με το παρελθόν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που παρατίθενται στην ανάλυση, οι εισροές έφτασαν το 2025 στο επίπεδο ρεκόρ των 12,8 δισ. ευρώ.
Ο αμερικανικός οίκος στάθηκε ακόμη στη μεγαλύτερη συμβολή των επιχειρήσεων με περισσότερους από 50 εργαζόμενους στο ελληνικό ΑΕΠ. Το μερίδιό τους διαμορφώθηκε στο 60% το 2024, από 45% το 2009. Οι μεγαλύτερες εταιρείες έχουν συνήθως περισσότερες δυνατότητες να επενδύσουν σε τεχνολογία και δεξιότητες, να αναζητήσουν πελάτες στο εξωτερικό και να αντλήσουν χρηματοδότηση από διαφορετικές πηγές.
«Η μετάβαση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά το σωρευτικό αποτέλεσμά της αυξάνει την πιθανότητα ότι ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας (που εκτιμούμε σε περίπου 1,5%) και η δημοσιονομική ανθεκτικότητά της θα μπορούσαν να υπερβούν τις τρέχουσες προσδοκίες μας».
Η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει, πάντως, βασική πρόκληση. Από την πορεία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και η δυνατότητα σύγκλισης των πραγματικών μισθών με εκείνους της Ευρωζώνης. Η DBRS, η οποία στις 4 Σεπτεμβρίου αναβάθμισε τις προοπτικές της Ελλάδας σε θετικές και διατήρησε τη βαθμίδα BBB, επισήμανε: «Αν και η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε.».
«Σύμφωνα με την Eurostat, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα ανερχόταν στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025 (με βάση την αγοραστική δύναμη)», ανέφερε ο καναδικός οίκος. Πρόσθεσε ότι «η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια αύξησε την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και πιθανότατα θα στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα». Η DBRS καταγράφει, παράλληλα, το υψηλό χρέος και την έκθεση της οικονομίας σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς ως παράγοντες που εξακολουθούν να περιορίζουν την αξιολόγηση.
Στη βαθμίδα BBB+, ένα σκαλοπάτι κάτω από την κατηγορία Α, τοποθετεί την Ελλάδα η Scope. Ο γερμανικός οίκος αναγνωρίζει την ισχυρότερη επενδυτική δυναμική, την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων και τη συμβολή των ευρωπαϊκών επενδυτικών προγραμμάτων στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές. «Η Ελλάδα έχει σταθερά καλύτερες επιδόσεις από την ΕΕ τα τελευταία χρόνια, με αυξημένες ενδείξεις μεγαλύτερης ανθεκτικότητας σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο», σημείωσε.
Η Scope διευκρίνισε, ωστόσο, ότι «χρειάζονται περαιτέρω ενδείξεις» πως η αύξηση των επενδύσεων θα επιφέρει διαρκή βελτίωση στην παραγωγικότητα και στον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Στην αξιολόγησή της καταγράφει επίσης τις δημογραφικές πιέσεις και τα επίμονα εξωτερικά ελλείμματα ως προκλήσεις για την ελληνική οικονομία.
Την πρόοδο των τελευταίων ετών αποτυπώνει και η σύγκριση που παρουσιάζει ο ερευνητικός σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ντίνος Πινέλι. Από το 2019 έως το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 10,8%, έναντι 10,2% στην Ισπανία και 6,4% στην Ιταλία. Πρόκειται για δύο χώρες που επίσης έλαβαν σημαντικούς πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης. Για τις χώρες της Ευρωζώνης με μικρότερη κατανομή πόρων, η αντίστοιχη αύξηση ήταν 5,4%.
Την ίδια περίοδο, οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η αντίστοιχη μεταβολή ήταν 3,7 μονάδες στην Ιταλία και 0,3 μονάδες στην Ισπανία, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης με μικρότερη κατανομή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης καταγράφηκε μείωση 2 μονάδων. Όπως σημειώνει ο κ. Πινέλι, το ελληνικό ποσοστό επενδύσεων πλησιάζει έτσι ταχύτερα το επίπεδο της Ευρωζώνης, το οποίο υπερβαίνει το 20% του ΑΕΠ.