Σύμφωνα με την 5η έρευνα «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων» το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει μεγάλο.
Διπλάσιοι, σχεδόν, από τους αγοραστές φαίνεται πως είναι πλέον οι πωλητές ακινήτων, σύμφωνα με την 5η έρευνα «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», που πραγματοποιήθηκε από τη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, για λογαριασμό του ιστολογίου για επενδύσεις και ακίνητα του επενδυτή και αναλυτή Ηλία Παπαγεωργιάδη.
Βάσει της ίδιας έρευνας, διαφαίνεται ότι η διαφορά τιμής 25% έως 30% μεταξύ ενός νεόδμητου και ενός παλιού ακινήτου είναι το όριο εκείνο, που κάνει έναν αγοραστή ή μια αγοράστρια να προτιμήσει ν' αποκτήσει ένα διαμέρισμα που «δεν είναι του κουτιού» από ένα ολοκαίνουργιο. Επιπλέον, περίπου εννέα στους δέκα πολίτες θεωρούν ότι το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα παραμένει αρκετά ή πολύ μεγάλο.
Τα παραπάνω είναι τρία από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.500 ατόμων στους νομούς Θεσσαλονίκης και Αττικής και παρουσιάστηκε πρόσφατα στο πλαίσιο εκδήλωσης, με τίτλο «Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις». Τα ευρήματά της αναλύθηκαν επί σκηνής από τον επίκουρο καθηγητή Γιώργο Σιάκα, διευθυντή της Μονάδας Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, τον δημοσιογράφο Παύλο Πανταζόπουλο και τον κ. Παπαγεωργιάδη.
Το όριο του 25%-30%
Αναλυτικότερα, με τις τιμές πολλών παλιών διαμερισμάτων να έχουν ανέβει συχνά πολύ κοντά σε αυτές των νεόδμητων, σε αυτή την έρευνα συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά ένα ερώτημα που είχε ως στόχο να διερευνήσει πότε είναι ελκυστικό το παλιό ακίνητο και πότε το νέο. Έτσι, στο ερώτημα «Αν στην περιοχή που ζείτε, ένα νεόδμητο και ένα παλαιότερης κατασκευής έχουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά εκτός από την ημερομηνία κατασκευής, ποιο θα επιλέγατε;», οι απαντήσεις διαμορφώθηκαν ως εξής: όταν το παλιό ακίνητο έχει τιμή 20% μικρότερη από το νεόδμητο, το 67% όσων δηλώνουν αγοραστές επιλέγουν το νεόδμητο και 31% το παλιό. Όταν όμως το παλιό ακίνητο έχει τιμή 30% μικρότερη από το νεόδμητο, τότε το 56% όσων δηλώνουν αγοραστές επιλέγουν το παλιό ακίνητο και 38% το νεόδμητο. Στη ζωντανή ψηφοφορία κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης οι περισσότεροι από 800 συμμετέχοντες ψήφισαν και αυτοί ως «σωστή» διαφορά το όριο του 30%.
«Είναι ξεκάθαρο ότι απέναντι στις υπερβολές που παρατηρούμε σήμερα στην αγορά, όσοι ακόμη δηλώνουν αγοραστές στην πλειονότητά τους θέλουν χαμηλότερη τιμολόγηση για να επιλέξουν το παλιό διαμέρισμα έναντι ενός νεόδμητου, όταν τα χαρακτηριστικά τους είναι ίδια», σχολίασε ο κ. Παπαγεωργιάδης και προσέθεσε ότι «το όριο του 25-30% φαίνεται να είναι αυτό που κάνει τους αγοραστές να αλλάζουν γνώμη και προτείνω αυτό να το λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι πωλητές, αν θέλουν φυσικά πραγματικά να πουλήσουν το ακίνητό τους».
Σχεδόν διπλάσιοι από τους πραγματικούς αγοραστές οι πωλητές
Ένα άλλο, πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας ήταν η ακόμη μεγαλύτερη μείωση του αριθμού όσων δηλώνουν αγοραστές σε σχέση με προηγούμενες έρευνες, αλλά και όσων πραγματικά θέλουν να αγοράσουν κάτι φέτος. Το ποσοστό αυτών που δηλώνουν αγοραστές έπεσε από το 23% στο 19% και την ίδια ώρα όσοι θέλουν να αγοράσουν σπίτι «άμεσα, εντός εξαμήνου ή εντός του χρόνου» υποχώρησε από το 34% (Νοέμβριος 2024) στο 23% σήμερα. Στην πράξη, μόλις το 4,37% των ερωτώμενων δηλώνουν αγοραστές που θέλουν να αγοράσουν ακίνητο εντός 12μήνου. Με τους πωλητές να παραμένουν σταθερά στο 8%, βλέπουμε ότι ουσιαστικά οι πωλητές έχουν φτάσει να είναι σχεδόν διπλάσιοι από τους αγοραστές!
Κατά τα λοιπά, το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει αρκετά ή πολύ μεγάλο, σύμφωνα με το 89% των πολιτών, ενώ ένα 10% των ερωτηθέντων το θεωρεί «μικρό πρόβλημα». Αυτά τα αποτελέσματα παραμένουν σταθερά σε όλα τα «Βαρόμετρα» και καταδεικνύουν την ένταση του προβλήματος.
Υπό ποιες προϋποθέσεις θα «άνοιγαν» το σπίτι τους στην αγορά όσοι το έχουν κλειστό
Σε άλλη ερώτηση, το 17% των ερωτηθέντων δήλωσε πως διαθέτει σπίτι που κρατά κλειστό. Όσοι δήλωσαν πως έχουν τέτοιο ακίνητο, ρωτήθηκαν για το ποια θα ήταν τα κατάλληλα κίνητρα για να αποφασίσουν να ανοίξουν το σπίτι αυτό. Το 65% διάλεξε τη μείωση φορολογίας και το 64% τη γενναία επιδότηση για ενεργειακή αναβάθμιση, το 62% επέλεξε τα μέτρα προστασίας των ιδιοκτητών, το 35% περιμένει περαιτέρω αύξηση των τιμών, ενώ το 18% απάντησε πως για κανέναν λόγο δεν θα ανοίξει το κλειστό του ακίνητο.
Στην ερώτηση για τα αποτελέσματα που είχε το πρόγραμμα «Το Σπίτι μου, 2» στις τιμές πώλησης των κατοικιών, το 39% απάντησε «αύξηση πάνω από 10%», το 38% «αύξηση ως 10%», σταθερές είδε τις τιμές το 13% και το 2% θεωρεί ότι αυτές μειώθηκαν λόγω του προγράμματος. Έτσι περίπου το 77% των πολιτών θεωρεί πως το πρόγραμμα είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών (με αυτή τη γνώμη συμφωνεί το 87% των επαγγελματιών της αγοράς).
Στην ερώτηση για τις επιπτώσεις του προγράμματος αυτού στα ενοίκια των κατοικιών, το 82% εκτίμησε ότι οδήγησαν σε άνοδο ως 10% ή πάνω από 10%, με το 13% να δηλώνει πως οι τιμές έμειναν σταθερές και το 1% να λέει πως αυτές μειώθηκαν. (Στην ομάδα αυτών που δηλώνουν αγοραστές και αναζητούν κατοικία το ποσοστό αυτό φτάνει το 87%).


