Το πολιτικοδημοσιογραφικό σύμπαν στην Ελλάδα λειτουργεί συχνά με τους όρους ενός ιδιότυπου παραλόγου, όπου η πραγματικότητα υποτάσσεται στις ανάγκες της διαρκούς εκλογολογίας.
Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει διαστάσεις γκροτέσκο, καθώς μετατρέπει κάθε κυβερνητική κινητικότητα –ή την πλήρη απουσία της– σ’ ένα μόνιμο, αγχωτικό σενάριο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Παρά τις κατηγορηματικές και επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν στο τέλος της τετραετίας, δηλαδή την άνοιξη του 2027, ο δημόσιος διάλογος παραμένει εγκλωβισμένος σε μια κυκλική υστερία.
Το βασικό ερώτημα που αναδύεται είναι σχεδόν κωμικοτραγικό: τελικά, θέλουμε η κυβέρνηση της ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης να κάνουν αυτό για το οποίο εκλέχθηκαν;
Το παράδοξο της παραγωγής έργου
Το πρώτο σκέλος αυτού του αφηγήματος ενεργοποιείται όταν η κυβέρνηση παράγει ορατό έργο και παραδίδει υποδομές στους πολίτες.
Η ολοκλήρωση και η παράδοση μεγάλων οδικών αξόνων, όπως ο Ε65, αντί να αντιμετωπίζονται ως η αυτονόητη εκπλήρωση των προεκλογικών δεσμεύσεων, μεταφράζονται από τα υποτίθεται σοβαρά μέσα ενημέρωσης και την αντιπολίτευση ως «προεκλογικά δώρα».
Στο μυαλό της αντιπολίτευσης είναι αδιανόητο η κυβέρνηση να εγκαινιάζει τα έργα της. Αυτό ερμηνεύεται αποκλειστικά ως έναρξη προεκλογικής περιόδου.
Η λογική αυτή υπαγορεύει ότι «αφού παραδίδουν έργα, πάμε για εκλογές», λες και η παραγωγή έργου είναι μια έκτακτη, ύποπτη δραστηριότητα που δικαιολογείται μόνο υπό τον φόβο των εκλογών.
Για την αντιπολίτευση, η κανονικότητα είναι εχθρός· κάθε επιτυχία του κράτους πρέπει να εκφυλιστεί σε φτηνό κομματικό τακτικισμό.
Το αφήγημα της «αδράνειας»
Στον αντίποδα, αναπτύσσεται το δεύτερο, εξίσου παράλογο, σκέλος του ίδιου αφηγήματος.
Όταν η κυβέρνηση εισέρχεται σε φάση χαμηλότερων τόνων, απλής διαχείρισης της καθημερινότητας ή νομοθετικής ανάπαυλας, η ερμηνεία αλλάζει ριζικά, αλλά καταλήγει στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα.
Η μείωση των ρυθμών βαφτίζεται «αδράνεια», η διαχείριση των τρεχόντων ζητημάτων θεωρείται «πολιτικό τέλμα» και η κυβέρνηση παρουσιάζεται να «παραπαίει» χωρίς πυξίδα.
Σε αυτήν την περίπτωση, η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες δεν παρουσιάζεται ως επιλογή τακτικισμού, αλλά ως ο μοναδικός, αναπόφευκτος «μονόδρομος» για να βγει η χώρα από το υποτιθέμενο αδιέξοδο.
Αν η κυβέρνηση δεν παράγει τίποτα εντυπωσιακό, σημαίνει ότι έχει εξαντλήσει το πολιτικό της κεφάλαιο και πρέπει να φύγει.
Αντιπολιτευτικός σουρεαλισμός
Σε αυτό το σημείο, η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού.
Παρακολουθούμε ένα ΠΑΣΟΚ που, στην προσπάθειά του να εμφανιστεί ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας, εγκλωβίζεται σε μια στείρα και ισοπεδωτική κριτική, αδυνατώντας να αναγνωρίσει ακόμα και τα προφανή βήματα εκσυγχρονισμού της χώρας.
Την ίδια στιγμή, η πολύχρωμη Αριστερά, από τα απομεινάρια του ΣΥΡΙΖΑ έως τους πιο ριζοσπαστικούς σχηματισμούς και εσχάτως την ΕΛΑΣ (ΣΥΡΙΖΑ 2), επενδύει στην καταστροφολογία, βλέποντας παντού «κρίσεις» και «καταρρεύσεις».
Από κοντά και τα κόμματα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία, ποντάροντας στο θυμικό και στον εύκολο λαϊκισμό, ανακαλύπτουν πίσω από κάθε κυβερνητική κίνηση «συνωμοσίες» και «υποχωρήσεις».
Το διπλό αδιέξοδο και ο θόρυβος
Όλοι μαζί, παρά τις χαοτικές ιδεολογικές διαφορές τους, συμφωνούν σε ένα πράγμα: η χώρα πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμο εκλογικό αναβρασμό.
Δημιουργούν έτσι μια κλασική κατάσταση «lose-lose» (διπλού εγκλωβισμού) για την κυβέρνηση. Αν παράγεις έργο, είσαι ύποπτος για πρόωρες εκλογές. Αν δεν παράγεις έργο, είσαι ανίκανος και πρέπει να κάνεις εκλογές.
Η αντιπολιτευτική ρητορική αρνείται πεισματικά να αποδεχθεί την έννοια του θεσμικού χρόνου και της κυβερνητικής κανονικότητας.
Η σταθερότητα, που θεωρητικά αποτελεί το ζητούμενο για την οικονομία, τις επενδύσεις και την κοινωνία, αντιμετωπίζεται ως μια βαρετή κατάσταση που πρέπει οπωσδήποτε να ανατραπεί με σενάρια κάλπης.
Το αποτέλεσμα αυτής της στρέβλωσης είναι η παραγωγή ενός μόνιμου θορύβου που αποπροσανατολίζει τους πολίτες από την ουσία της πολιτικής.
Αντί να συζητάμε για την ποιότητα των έργων, το κόστος τους, τη χρησιμότητά τους ή τις καθυστερήσεις τους, η συζήτηση αναλώνεται στο αν ο Ε65 θα φέρει τις κάλπες τον Οκτώβριο.
Αυτό το γκροτέσκο σκηνικό αποκαλύπτει μια βαθύτερη παθογένεια: την αδυναμία του πολιτικού μας συστήματος να αντιληφθεί το κράτος ως έναν μηχανισμό συνεχούς παραγωγής αποτελέσματος, ανεξάρτητα από τον εκλογικό κύκλο.
Οι κυβερνήσεις εκλέγονται για να υλοποιήσουν ένα πρόγραμμα σε βάθος τετραετίας. Η παράδοση έργων στο τρίτο ή το τέταρτο έτος της θητείας τους είναι η φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων, όχι μια συνωμοτική κίνηση εντυπωσιασμού.
Η ζητούμενη ωριμότητα
Τελικά, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: τι είδους διακυβέρνηση επιθυμούμε;
Αν κάθε φορά που μια κυβέρνηση εργάζεται εντατικά βλέπουμε πίσω από αυτό «κάλπες» και κάθε φορά που επιβραδύνει βλέπουμε «κατάρρευση», τότε ακυρώνουμε την ίδια την ουσία της δημοκρατικής εντολής.
Για να ξεφύγουμε από αυτό το πολιτικοδημοσιογραφικό γκροτέσκο, απαιτείται μια ώριμη προσέγγιση από τους ίδιους τους πολίτες.
Η αξιολόγηση μιας κυβέρνησης πρέπει να γίνεται με βάση το αποτέλεσμα και τη θεσμική συνέπεια και όχι με βάση το αν ικανοποιεί το μόνιμο, νευρωτικό σύνδρομο μιας αντιπολίτευσης που αδυνατεί να παραγάγει σοβαρό εναλλακτικό λόγο.