Μια από τις πιο ευάλωτες πλευρές της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής των τελευταίων ετών έρχεται πλέον στην επιφάνεια με τον πιο αδυσώπητο τρόπο.
Οι εικόνες από άδεια πρατήρια στη Γαλλία που κάνουν τον γύρο του κόσμου, οι ουρές αγωνίας των οδηγών, η εκτόξευση της τιμής του diesel και το διαρκές κυνήγι φορτίων από τις ευρωπαϊκές εταιρείες αποκαλύπτουν την πικρή αλήθεια: το πρόβλημα της γηραιάς ηπείρου δεν είναι πια μόνο αν μπορεί να εξασφαλίσει αρκετό αργό πετρέλαιο, αλλά αν διαθέτει την απαραίτητη διυλιστική βάση για να το μετατρέψει σε diesel, βενζίνη και αεροπορικό καύσιμο.
Το ευρωπαϊκό ενεργειακό αδιέξοδο
Η σημερινή κρίση λειτουργεί ως ένα βίαιο stress test για μια στρατηγική επιλογή που εξελίσσεται εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Η σταδιακή συρρίκνωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας διύλισης και η παράλληλη αύξηση της εξάρτησης από εισαγόμενα έτοιμα πετρελαϊκά προϊόντα αποδείχθηκαν εύθραυστα στοιχήματα. Το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος, το κόστος άνθρακα, η αυστηρότερη περιβαλλοντική νομοθεσία και η αβεβαιότητα για τη μελλοντική ζήτηση διέβρωσαν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εγκαταστάσεων απέναντι στα θηριώδη συγκροτήματα της Μέσης Ανατολής και της Ασίας.
Με την αναστάτωση στη Μέση Ανατολή, τα εμπόδια στις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, τις επιθέσεις σε υποδομές και το χτύπημα στον αγωγό East-West της Σαουδικής Αραβίας, που συρρίκνωσαν δραστικά τη διαθέσιμη προσφορά, η Ευρώπη βρέθηκε εντελώς εκτεθειμένη.
Πίσω από αυτήν την εφιαλτική εικόνα, με την αμόλυβδη στη Γαλλία να ξεπερνά τα 2,17 ευρώ το λίτρο και το diesel στη Γερμανία τα 2,47 ευρώ, κρύβεται μια βαθιά διαρθρωτική μαύρη τρύπα. Στο κυνήγι της απανθρακοποίησης, η Ευρώπη έκλεισε το ένα στα πέντε διυλιστήριά της, ξηλώνοντας τις υποδομές της πολύ ταχύτερα από όσο μειώθηκε η πραγματική κατανάλωση και αφήνοντας τη μετάβαση χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Η ελληνική εξαίρεση
Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο, η Ελλάδα προβάλλει ως μια αξιοσημείωτη εξαίρεση. Διαθέτοντας τέσσερις υπερσύγχρονες μονάδες –τις τρεις της HELLENiQ ENERGY και της Motor Oil– η χώρα διατηρεί συνολική παραγωγική ισχύ 24,9 εκατομμυρίων τόνων ετησίως.
Η δυναμικότητα αυτή υπερκαλύπτει την εγχώρια ζήτηση, ενώ η έγκαιρη διαφοροποίηση των πηγών αργού προσφέρει πλήρη επάρκεια. Η Ελλάδα όχι μόνο δεν ξεμένει, αλλά λειτουργεί ως κρίσιμος εξαγωγέας καυσίμων στη Μεσόγειο, αποδεικνύοντας ότι η διατήρηση ισχυρής βιομηχανικής βάσης αποτελεί την καλύτερη ασπίδα ενεργειακής ασφάλειας.
Οι ανατιμήσεις στην Ελλάδα
Ωστόσο, η ελληνική αγορά δεν έμεινε στο απυρόβλητο των διεθνών ανατιμήσεων, καθώς τα φρέσκα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν κύμα αυξήσεων 23,8% στην ΕΕ μέσα σε έναν χρόνο, με την Ελλάδα να καταγράφει ετήσια αύξηση 16%.
Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά στον καθρέφτη της, πληρώνοντας χρυσάφι το κάθε λίτρο στην αντλία και συνειδητοποιώντας πως η ενεργειακή μετάβαση χωρίς στρατηγική αυτονομία είναι απλώς μια διαρκής, ακριβή συνταγή αβεβαιότητας.