Η Ευρώπη διαθέτει πλέον περισσότερους τερματικούς LNG, νέες διασυνδέσεις και μια έτοιμη νότια πύλη στην Ελλάδα.

Υπάρχουν στιγμές στις μεγάλες διεθνείς κρίσεις που οι κατευθυντήριες γραμμές της κανονικότητας υποχωρούν και κάθε χώρα κοιτάζει πρώτα τη δική της ασφάλεια. Κάτι τέτοιο ζήσαμε στην αρχή της πανδημίας. Την άνοιξη του 2020, μάσκες και υγειονομικό υλικό μετατράπηκαν σχεδόν σε στρατηγικά αγαθά.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι κατήγγειλαν τότε ότι παραγγελίες άλλαζαν προορισμό την τελευταία στιγμή, καθώς αγοραστές πρόσφεραν περισσότερα χρήματα. Στη Γερμανία είχε καταγγελθεί ακόμη και εκτροπή φορτίου 200.000 μασκών προς τις ΗΠΑ, κάτι που η αμερικανική πλευρά αρνήθηκε. Μια παγκόσμια αγορά που θυμίζει Άγρια Δύση, με τις χώρες να ανταγωνίζονται για κάθε διαθέσιμο φορτίο.

Η διαταραχή από τη Σαουδική Αραβία

Το 2026 το αγαθό που βρίσκεται στο επίκεντρο είναι η ενέργεια. Και η εικόνα από τη Σαουδική Αραβία είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Δεν έχει υπάρξει γενικό «κλείσιμο» των σαουδαραβικών παραδόσεων προς την Ευρώπη. Υπάρχει όμως πραγματική και σοβαρή διαταραχή.

Μετά την επίθεση στον κρίσιμο αγωγό East-West, η Saudi Aramco ενημέρωσε τουλάχιστον δύο ευρωπαϊκά διυλιστήρια ότι αναστέλλει φορτία αργού για τον Οκτώβριο. Το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα αντιμετώπισε διακοπές, ενώ η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να ανακατευθύνει ποσότητες μέσω Ομάν.

Ευρωπαϊκά διυλιστήρια, όπως αναφέρθηκε για την πολωνική Orlen, άρχισαν ήδη να αναζητούν εναλλακτικές προμήθειες από τη Βόρεια Θάλασσα. Η πίεση περνά πλέον από τα διυλιστήρια στην αντλία. Στις ΗΠΑ το ντίζελ κινείται σε ιστορικά επίπεδα. Η μέση τιμή έχει φτάσει περίπου στα 6,40-6,45 δολάρια το γαλόνι, έναντι περίπου 3,70 δολαρίων πριν από έναν χρόνο, ενώ στην Καλιφόρνια έχει ξεπεράσει ακόμη και τα 8 δολάρια.

Η ευρωπαϊκή ενεργειακή πίεση

Η Ευρώπη βρίσκεται ακόμη πιο κοντά στην πηγή του προβλήματος. Για το τελευταίο τρίμηνο του έτους υπολογίζεται έλλειμμα περίπου 510.000 βαρελιών ημερησίως στο jet fuel, ενώ τα αποθέματα στον κόμβο Αμστερνταμ-Ρότερνταμ-Αμβέρσα έχουν πέσει σε χαμηλό επταετίας.

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες φέρνουν πλέον καύσιμα ακόμη και από τη Νότια Κορέα. Την ίδια ώρα, μόλις 17 πλοία εμπορευμάτων πέρασαν από τα Στενά του Ορμούζ μέσα στο τελευταίο Σαββατοκύριακο, έναντι περίπου 125 ημερησίως πριν από την πολεμική κρίση.

Ανεύθυνη στάση

Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον διεξάγεται και η ελληνική πολιτική συζήτηση. ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ ζητούν προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει παράλληλα τη μείωση ΦΠΑ και υποστηρίζει ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος.

Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν μια φορολογική μείωση ακούγεται ευχάριστα. Είναι πόσο κοστίζει, πόσο διαρκεί και πώς χρηματοδοτείται σε μια κρίση που κανείς δεν γνωρίζει αν θα κρατήσει εβδομάδες ή μήνες.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, προαναγγέλλει πακέτο στήριξης για το πετρέλαιο θέρμανσης, αύξηση του επιδόματος και παρεμβάσεις σε συνεργασία με τα διυλιστήρια, επιδιώκοντας παράλληλα ευρωπαϊκή δημοσιονομική ευελιξία. Η διεθνής εικόνα υπενθυμίζει πάντως κάτι πολύ πιο σκληρό από την καθημερινή κομματική αντιπαράθεση. Οπως στις μάσκες της πανδημίας, όταν η προσφορά στενεύει, το πρόβλημα δεν λύνεται με συνθήματα.

Σοβαροί αναλυτές υποστηρίζουν ότι χρειάζεται εξασφάλιση φορτίων, εναλλακτικές πηγές, αποθέματα και δημοσιονομική αντοχή. Και σε μια παγκόσμια μάχη για κάθε βαρέλι, οι εύκολες υποσχέσεις είναι το μόνο αγαθό που παραμένει άφθονο.

Η ενεργειακή πύλη της Ελλάδας

Το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό παράδοξο της σημερινής κρίσης είναι η αδιαφορία των Ευρωπαίων για τον φετινό χειμώνα. Η Ευρώπη διαθέτει πλέον περισσότερους τερματικούς LNG, νέες διασυνδέσεις και μια έτοιμη νότια πύλη στην Ελλάδα, αλλά δεν έχει ακόμη μετατρέψει αυτές τις υποδομές σε έναν πλήρως λειτουργικό ενιαίο ενεργειακό διάδρομο.

Την ώρα που τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται γύρω στο 69% έναντι περίπου 85% του μέσου όρου της τελευταίας πενταετίας, αυτή η καθυστέρηση γίνεται ακριβότερη. Η Ελλάδα, επομένως, δεν έχει απέναντί της μόνο μια ακριβή αντλία. Διαθέτει ταυτόχρονα τη γεωγραφική θέση και τις υποδομές για να αποτελέσει βασική ενεργειακή πύλη της Ευρώπης.

Το ερώτημα πλέον αφορά περισσότερο τις Βρυξέλλες και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Πόσο ακόμη μπορεί να μένει υποαξιοποιημένος ο Κάθετος Διάδρομος, όταν η Ευρώπη αναζητά με αυξανόμενο κόστος κάθε διαθέσιμη ποσότητα ενέργειας;