Η Ευρώπη βρίσκεται ξανά στο ίδιο έργο θεατής, εγκλωβισμένη σε ένα γεωπολιτικό θρίλερ που απειλεί να τινάξει στον αέρα την καθημερινότητά μας.

Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και το «μπλόκο» στα Στενά του Ορμούζ φέρνουν στις οθόνες μας μνήμες από το μακρινό παρελθόν. Οι παλαιότεροι θυμούνται τις «Κυριακές χωρίς αυτοκίνητο» του 1973, τις άδειες αντλίες του 1979 και το πρόσφατο, σοκαριστικό κύμα ακρίβειας του 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Σήμερα, το κακό έχει τριτώσει. Με το πετρέλαιο να φλερτάρει ξανά με τα 110 δολάρια και τη βενζίνη να καλπάζει, η Ευρώπη καλείται να αποδείξει στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής αν μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της ή αν θα παραμείνει, άλλη μια φορά, θεατής των εξελίξεων.

Η Ελλάδα αναλαμβάνει πρωτοβουλία

Είναι προφανές ότι κανένα κράτος δεν μπορεί πλέον να σηκώσει μόνο του το βάρος, παρά τις φλύαρες συζητήσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα και τις ανεύθυνες προτάσεις των πολιτικών της αντιπολίτευσης, που δυναμιτίζουν τις εύλογες αντιδράσεις των καταναλωτών. Οι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν στερέψει και οι οριζόντιες επιδοτήσεις απλώς μεταθέτουν το πρόβλημα στο μέλλον, φορτώνοντας με χρέη τις επόμενες γενιές.

Στο τραπέζι των Βρυξελλών, η Ελλάδα προσέρχεται με «γεμάτο οπλοστάσιο», διεκδικώντας ρόλο πρωταγωνιστή στην πίεση προς τους διστακτικούς του Βορρά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πάει στη Σύνοδο απλώς για να ζητήσει βοήθεια, αλλά για να δείξει τον δρόμο. Εχοντας πληρώσει βαρύ τίμημα από τις προηγούμενες κρίσεις, η ελληνική πλευρά καταθέτει μια συγκεκριμένη και επιθετική ατζέντα, που στοχεύει στην καρδιά του προβλήματος.

Αλλαγή στην τιμολόγηση του ρεύματος

Η ελληνική κυβέρνηση πρωτοστατεί στην απαίτηση να αλλάξει εδώ και τώρα ο τρόπος με τον οποίο τιμολογείται ο ηλεκτρισμός στην Ευρώπη. Είναι παράλογο να παράγουμε φθηνό ρεύμα από τον ήλιο και τον άνεμο, αλλά ο καταναλωτής να το πληρώνει «χρυσάφι», επειδή η τελική τιμή είναι δεμένη με το πανάκριβο φυσικό αέριο. Η ελληνική πρόταση ζητεί την άμεση αποσύνδεση των δύο τιμών, ώστε η φθηνή πράσινη ενέργεια να περνάει απευθείας στην τσέπη του πολίτη.

Στην ατζέντα του πρωθυπουργού υπάρχουν δύο προτάσεις προς συζήτηση. Οπως η Ευρώπη ενώθηκε για να αγοράσει εμβόλια και να δημιουργήσει το Ταμείο Ανάκαμψης, έτσι πρέπει να δράσει και τώρα. Η Αθήνα ζητεί την έκδοση ενός «Ενεργειακού Ευρωομολόγου». Με απλά λόγια, πρόκειται για κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ώστε χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, να μην οδηγηθούν σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Η ελληνική κυβέρνηση πιέζει για ένα σκληρό, δυναμικό πλαφόν στις διεθνείς τιμές χονδρικής και για τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού μετώπου στην αγορά καυσίμων. Αν οι 27 χώρες διαπραγματευτούν μαζί ως ένας γίγαντας, μπορούν να αναγκάσουν τους προμηθευτές να μειώσουν τις τιμές.

Τα δύο στρατόπεδα

Η μάχη πίσω από τις κλειστές πόρτες αναμένεται σκληρή. Από τη μία πλευρά, ο ευρωπαϊκός Νότος –Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία– μαζί με τη Γαλλία εκπέμπουν σήμα κινδύνου για την κοινωνική συνοχή και ζητούν άμεσα, τολμηρά μέτρα. Από την άλλη, ο «σκληρός» Βορράς, με οδηγό τη Γερμανία και την Ολλανδία, εμφανίζεται για ακόμη μία φορά διστακτικός, φοβούμενος ότι οι παρεμβάσεις στην αγορά θα διώξουν τα φορτία καυσίμων προς την Ασία.

Ομως ο χρόνος μετράει αντίστροφα και ο χειμώνας είναι προ των πυλών. Οι πολίτες δεν μπορούν να περιμένουν ατέρμονες γραφειοκρατικές συζητήσεις. Η Σύνοδος Κορυφής δεν είναι απλώς άλλη μία συνάντηση ηγετών. Είναι η ώρα της αλήθειας.

Ή η Ευρώπη θα αποδείξει την αλληλεγγύη της στην πράξη, υιοθετώντας το σχέδιο για κοινή δράση και προστασία των προϋπολογισμών, ή θα αφήσει τις κοινωνίες της να παγώσουν –κυριολεκτικά και οικονομικά.