Ο ρόλος του δικαστή είναι να εφαρμόζει τον νόμο και όχι να εκτονώνει τον… κοινωνικό «θόρυβο».

Οταν ακούγεται ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είναι «απολύτως υποχρεωμένο» να ανανεώσει τη θητεία των Ελλήνων εισαγγελέων που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λόγω… θορύβου, τότε δημιουργείται ένα… παράλληλο σύστημα απονομής του δικαίου.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς συνταγματολόγος για να καταλάβει ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν εξαρτώνται από τα πρωτοσέλιδα και τις διαθέσεις της κοινής γνώμης. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα είναι χειραγωγήσιμο και εκδικητικό κι αν η Δικαιοσύνη το ακολουθεί τυφλά, μετατρέπεται σε λαϊκό δικαστήριο, κάτι που οδηγεί σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.

Ο δικαστής δεν νομοθετεί, και όταν «διορθώνει» τον νόμο κατά το δοκούν, ουσιαστικά σφετερίζεται τον ρόλο της Βουλής, η οποία είναι η μόνη δημοκρατικά νομιμοποιημένη να εκφράζει τη θέληση της κοινωνίας μέσω των νόμων. Αυτό συνιστά παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών.

Ο δικαστής χρησιμοποιεί το «κοινό αίσθημα» όχι ως πηγή δικαίου, αλλά ως ερμηνευτικό εργαλείο μόνο που εκεί ο νόμος είναι ασαφής (π.χ. σε έννοιες όπως τα «χρηστά ήθη»).

Η δουλειά του είναι να γίνεται «ανάχωμα» στις παρορμήσεις της μάζας, εφαρμόζοντας τον κανόνα δικαίου ακόμα και όταν αυτό είναι αντιδημοφιλές και δεν βολεύει τον «συρμό» του… κράτους δικαίου.