Η Ζωή Κωνσταντοπούλου απαντά με ναυτικές μεταφορές, βαριές καταγγελίες και δραματικούς τόνους, μετατρέποντας τη συζήτηση σε προσωπικό πολιτικό αφήγημα.
Με νέο σόου, η Ζωή Κωνσταντοπούλου ανέβηκε στο βήμα της Βουλής και πριν ακόμη μπει στην ουσία του νομοσχεδίου για την Άμυνα, έστησε το δικό της σκηνικό: «ένα είναι το καράβι και μία η καπετάνισσα». Η ναυτική μεταφορά δεν ήταν τυχαία. Ήταν απάντηση στο δίλημμα Μητσοτάκη περί «ασφαλούς χώρας ή ακυβέρνητου καραβιού». Μόνο που στην εκδοχή της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας, το πλοίο δεν κινδυνεύει από τρικυμία - κινδυνεύει από όσους δεν αναγνωρίζουν τη μοναδική καπετάνισσα.
Από εκεί και πέρα, η ένταση ανέβηκε κατακόρυφα. «Εγκληματική» εξωτερική πολιτική, «πλευρά των σφαγέων», «διεθνείς εγκληματίες», «γεννοκτονικός στρατός». Η ρητορική της δεν αφήνει γκρίζες ζώνες - μόνο άσπρο ή μαύρο. Η Ελλάδα, κατά την ίδια, έχει «συρθεί» στη λάθος πλευρά της Ιστορίας. Η υπερβολή δεν είναι απλώς εργαλείο· είναι βασική δομή του λόγου της. Όσο πιο βαρύς ο χαρακτηρισμός, τόσο πιο καθαρό το μήνυμα προς το ακροατήριο.
Στο προσκήνιο ο λαϊκισμός
Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν και οι αναφορές στα Τέμπη. «Στημένες δίκες», «άκυρη σύνθεση», «επιχείρηση συγκάλυψης». Καταγγελίες μετωπικές, χωρίς υπαινιγμούς. Η Δικαιοσύνη παρουσιάζεται περίπου ως σκηνικό ελεγχόμενο από την εκτελεστική εξουσία. Είναι μια στρατηγική πλήρους αμφισβήτησης θεσμών, που συσπειρώνει όσους ήδη δυσπιστούν, αλλά ταυτόχρονα οξύνει το πολιτικό κλίμα σε βαθμό μόνιμης σύγκρουσης.
Και μέσα σε αυτό το κρεσέντο, μια αναφορά στα πρόσφατα εκλειπόντα πολιτικά πρόσωπα της Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη και του Αναστάση Παπαληγούρα, με θεσμικές και μεταρρυθμιστικές αναφορές. Η αντίθεση είναι εντυπωσιακή: από τις βαριές κατηγορίες για «εγκληματίες πολέμου» και «στημένες δίκες» σε έναν τόνο σχεδόν τιμητικό για θεσμικές πρωτοβουλίες του παρελθόντος. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ξέρει να κινείται από το δράμα στην επίκληση θεσμικής μνήμης. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό της καράβι πλέει με πυξίδα στρατηγικής - ή με άνεμο έντασης.


