Η Ζωή Κωνσταντοπούλου μετατρέπει τη δημόσια παρέμβαση της σε παραλήρημα κατά ΕΛΑΣ και υπουργών, χωρίς πολιτικά επιχειρήματα, προωθώντας τοξικότητα και λαϊκισμό.
Για ακόμα μία φορά η Ζωή Κωνσταντοπούλου μετατρέπει κάθε δημόσια παρέμβαση σε προσωπικό παραλήρημα. Σήμερα επιτίθεται στην ΕΛ.ΑΣ. και σε υπουργούς, χωρίς κανένα ουσιαστικό πολιτικό επιχείρημα, και προωθεί λαϊκισμό και τοξικότητα στον δημόσιο λόγο. Οι αναρτήσεις της, γεμάτες καταγγελίες και υπερβολές, στοχεύουν περισσότερο στο εντυπωσιακό αποτέλεσμα παρά στην ανάλυση των γεγονότων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν ένα κλίμα έντασης και διχασμού, που μακριά από κάθε σοβαρή συζήτηση για τη Δημοκρατία, υποκαθιστά την πολιτική πρόταση με προσωπική επίθεση και συναισθηματικό σόου.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας αποφεύγει συστηματικά να τεκμηριώσει τις κατηγορίες της ή να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία και λύσεις. Αντίθετα, η ανάρτηση της γεμίζει παραλληλισμούς, δημιουργώντας ένα αφήγημα πανικού και διαρκούς απειλής. Η επίκληση σε έννοιες όπως το «ενεργό παρακράτος» ή η «απειλή πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων» είναι ενδεικτική της έλλειψης επιχειρημάτων και του τρόπου που η Κωνσταντοπούλου επιλέγει να χειραγωγεί τον δημόσιο διάλογο, μετατρέποντάς τον σε πολιτικό σόου.
Ο δημόσιος λόγος αντικαθίσταται από φόβο και διχασμό
Το παραλήρημα κορυφώνεται με την επαναλαμβανόμενη επίκληση στην «υπεράσπιση της Δημοκρατίας», την ίδια στιγμή που η ίδια με τις υπερβολές και τις προσωπικές επιθέσεις υπονομεύει την πολιτική κουλτούρα και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ο δημόσιος λόγος αντικαθίσταται από φόβο και διχασμό, ενώ η όποια συζήτηση για τη νομιμότητα και τη διάκριση των εξουσιών χάνει την ουσία της μπροστά στη θεατρικότητα και την ένταση που προσδίδεται σε κάθε δήλωση.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας αυταρχικός, μονοδιάστατος και δηλητηριώδης λόγος που δηλητηριάζει τη δημόσια σφαίρα και καθιστά την Πλεύση Ελευθερίας περισσότερο φωνή έντασης και λιγότερο φορέα σοβαρής πολιτικής σκέψης. Η στρατηγική της Κωνσταντοπούλου βασίζεται στην υπερβολή και την τοξικότητα, επιβεβαιώνοντας ότι η πολιτική ανάλυση υποχωρεί ολοκληρωτικά μπροστά στο παραλήρημα, καθιστώντας τον δημόσιο διάλογο σκηνή προσωπικών επιθέσεων και λαϊκιστικών συνθημάτων.


