«Η ΝΔ επικαλείται ένα success story το οποίο δεν υπάρχει. Εχουμε αύξηση του δείκτη φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού», δηλώνει τον τελευταίο καιρό στις δημόσιες εμφανίσεις της η κ. Κουφονικολάκου.
Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, ήδη πριν από έναν χρόνο, δήλωνε: «Μειώσαμε το ποσοστό των νοικοκυριών που βρίσκονταν κάτω από το κατώφλι της φτώχειας. Το παραλάβαμε στο 21,4% το 2015 και το παραδώσαμε στο 17,9% το 2019. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που τα βρήκε όλα στρωμένα, έξω από τα μνημόνια και σε συνθήκες οικονομικής χαλάρωσης, αύξησε το ποσοστό της φτώχειας από το 17,9% στο 19,6% το 2024».
Αυτό που κάνουν είναι μια επιλεκτική αναφορά στοιχείων που καταλήγει σε στρεψοδικία, καθώς από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιλέγουν μόνο τα ποσοστά, αλλά όχι το κρίσιμο στοιχείο του ορίου της φτώχειας.
Το όριο της φτώχειας εξαρτάται από το διαθέσιμο εισόδημα
Προσέξτε τώρα πώς γίνεται η συνειδητή διαστρέβλωση: το λεγόμενο «κατώφλι φτώχειας» ορίζεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισόδηματος κάθε χώρας, οπότε όταν το διαθέσιμο εισόδημα αυξάνεται (όπως συμβαίνει σταθερά στα χρόνια της διακυβέρνησης Μητσοτάκη), αυξάνεται και το όριο για τη φτώχεια.
Παράδειγμα: το 2019, στο οποίο αναφέρονται Τσίπρας και λοιποί, σύμφωνα με την Ερευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ για το συγκεκριμένο έτος, ο δείκτης της φτώχειας στην Ελλάδα είχε διαμορφωθεί ως εξής: Κίνδυνος φτώχειας (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, δηλαδή τα διάφορα επιδόματα): Το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ανήλθε στο 17,9%, γεγονός που αντιστοιχούσε σε περίπου 1.881.600 άτομα. Το κατώφλι είχε οριστεί στα 4.718 ευρώ ετησίως για νοικοκυριό με ένα άτομο (περίπου 393 ευρώ μηνιαίως), ενώ για τετραμελή οικογένεια με δύο παιδιά έως 14 ετών το όριο ήταν 9.908 ευρώ ετησίως.
Το 2024, χρονιά για την οποία Τσίπρας και λοιποί υποστηρίζουν ότι το ποσοστό της φτώχειας ήταν υψηλότερο από το 2019 (19,6%), το κατώφλι της φτώχειας για ένα νοικοκυριό ενός ατόμου διαμορφώθηκε στα 7.020 ευρώ και για μια τετραμελή οικογένεια στα 14.742 ευρώ. Ο καθένας καταλαβαίνει και την αύξηση των εισοδημάτων από το 2019 ως το 2024, αλλά και ότι σ’ αυτήν οφείλεται και η (λογιστική) αύξηση του ορίου της φτώχειας.
Το 2015, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού βρισκόταν στο 21,5%. Αν σκεφτούμε ότι το 2003 το ποσοστό αυτό βρισκόταν στο 21% και το 2004 στο 19,9%, μπορούμε να πούμε ότι μετά από τόσα μνημόνια και περικοπές, η χώρα κατέβαλε μια πολύ σοβαρή προσπάθεια να σταθεί όρθια.
Ωστόσο, σημαίνει επίσης ότι τα στοιχεία κινδύνου φτώχειας έχουν μια πλασματική πλευρά, καθώς οι αυξομειώσεις του διαθέσιμου εισόδηματος οδηγούν σε ανάλογη αυξομείωση των ποσοστών κινδύνου φτώχειας. Όταν μειώνονται τα διαθέσιμα εισοδήματα για όλους, μειώνεται και το όριο φτώχειας για τους περισσότερο αδύναμους – ενώ όλοι οι άνθρωποι έχουν τις ίδιες ανάγκες και η φτώχεια αποτελεί παραβίαση ανθρωπίνου δικαιώματος.
Αυτό φαίνεται και από τα στοιχεία: όταν επί Τσίπρα άρχισε (με διάφορα μεσοπρόθεσμα προγράμματα) να εφαρμόζεται το μνημόνιο, το διάμεσο εισόδημα κατρακύλησε, οδηγώντας και στη μείωση του ορίου κινδύνου φτώχειας.
Έτσι, το 2016 ο κίνδυνος φτώχειας βρέθηκε στο 21,2%, το 2017 στο 20,2%, το 2018 στο 18,5%, το 2019 στο 17,9% (μειωνόταν το εισόδημα λόγω μνημονίων, μειωνόταν και το όριο κινδύνου φτώχειας, καθώς όλοι γίνονταν φτωχότεροι). Το 2020 βρέθηκε στο 17,7%, το 2021 στο 19,6%, το 2022 στο 18,8%, το 2023 στο 18,9% και το 2024 και 2025 στο 19,6% (ακριβώς επειδή αυξήθηκαν τα εισοδήματα και παρέσυραν το όριο κινδύνου φτώχειας).
Υπάρχει, όμως, και ένας ακόμη δείκτης, αυτός της υλικής και κοινωνικής στέρησης – για τον οποίο τόσο πολύ ενδιαφέρεται η κ. Κουφονικολάκου, όπου έχουμε τα εξής: 2015 στο 17,6%, 2016 στο 18,4%, 2017 στο 18,3%, 2018 στο 16,1%, 2019 στο 15,8%, 2020 στο 14,9%, 2021 και 2022 στο 13,9%, 2023 στο 13,5%, 2024 στο 14% και 2025 στο 14,9%. Από αυτά τα στοιχεία προκύπτει ότι ο Τσίπρας παρέδωσε τον δείκτη υλικής και κοινωνικής στέρησης μεταξύ 16,1% και 15,8% και ο Μητσοτάκης τον κατέβασε στο 14,9%.
Από το 2002 ως το 2009: τότε που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στην Ελλάδα για το έτος 2002 ανερχόταν στο 20% του συνολικού πληθυσμού. Χωρίς να υπολογίζονται οι συντάξεις και τα κοινωνικά επιδόματα (κοινωνικές μεταβιβάσεις), το ποσοστό κινδύνου οικονομικής επισφάλειας για το 2002 θα ξεπερνούσε το 40%. Αλλά το 2002 το κατώφλι της φτώχειας κατ’ άτομο οριζόταν στα 3.500 ευρώ ετησίως και για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά στα 7.000 ευρώ ετησίως.
Το 2003, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στην Ελλάδα (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) ανήλθε στο 21% του πληθυσμού, με όριο φτώχειας στα 4.532 και στα 9.517 ευρώ ετησίως. Το 2004, το ποσοστό του πληθυσμού στην Ελλάδα που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ανερχόταν στο 19,9%, με όριο φτώχειας στα 5.649,78 (μονοπρόσωπο νοικοκυριό) και στα 11.864 ευρώ για τετραμελή οικογένεια.
Το 2005 το ποσοστό του πληθυσμού στην Ελλάδα που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ανερχόταν στο 19,6% του συνολικού πληθυσμού, με το κατώφλι της φτώχειας να είναι αντίστοιχα 4.500 και 9.450 ευρώ ετησίως. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στην Ελλάδα το 2006 διαμορφώθηκε στο 20,5% του πληθυσμού, με κατώφλι τα 4.846 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και 10.177 ευρώ ετησίως για τετραμελή οικογένεια.
Το 2007 ο κίνδυνος φτώχειας ήταν στο 20,3% του πληθυσμού με κατώφλι φτώχειας τα 6.545 ευρώ ετησίως για ένα άτομο ή 13.090 ευρώ για τετραμελές νοικοκυριό. Το 2008, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στην Ελλάδα ανερχόταν στο 20,1% του πληθυσμού, με το κατώφλι στα 6.879 ευρώ ετήσιο εισόδημα ανά άτομο, ενώ το ποσοστό του πληθυσμού που στερείτο βασικά αγαθά υπολογιζόταν στο 11,3% και η παιδική φτώχεια στο 20,3%.
Το 2009, το ποσοστό του πληθυσμού της Ελλάδας που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ανερχόταν στο 19,7%, με το κατώφλι της φτώχειας στα 7.124,92 ευρώ ετησίως ανά άτομο και 14.249,84 ευρώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά, την ώρα που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα.
Κι ύστερα ήρθαν τα μνημόνια
Το 2010 το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας βρέθηκε στο 20,1%, με όριο φτώχειας για ένα άτομο τα 6.591 ευρώ και τα 13.841 ευρώ ετησίως για τετραμελή οικογένεια. Το 2011 είχαμε ποσοστό κινδύνου φτώχειας 21,4% και την παιδική φτώχεια στο 23,7%, με το κατώφλι να μένει το ίδιο με το 2010.
Το 2012 ο κίνδυνος φτώχειας βρέθηκε στο 23,1%, αλλά με χαμηλωμένο το κατώφλι φτώχειας (5.708 και 11.986 ευρώ ετησίως). Το 2013, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας παρέμεινε στο 23,1%, αλλά η παιδική φτώχεια σκαρφάλωσε στο 28,8%, με το όριο της φτώχειας να ανεβαίνει στα 9.303 και 16.170. Το 2014 η φτώχεια βρισκόταν στο 21,4%, ενώ το κατώφλι της φτώχειας ανερχόταν σε 4.608 ετησίως ανά άτομο και 9.745 για τετραμελή οικογένεια.
Μετά ήρθε ο Τσίπρας, φέρνοντας μαζί του και την ακραία φτώχεια
Το 2015 το ποσοστό του πληθυσμού στην Ελλάδα που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ήταν στο 21,4%. Προσθέτοντας στον κίνδυνο φτώχειας και τον υλικό ή κοινωνικό αποκλεισμό, το ποσοστό ανερχόταν στο 35,7% (περίπου 3.828.000 άτομα), με το κατώφλι της φτώχειας να ορίζεται στα 4.512 ευρώ ετησίως ανά άτομο (376 μηνιαίως) και 9.475 ετησίως για τετραμελή οικογένεια (χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις το ποσοστό θα άγγιζε το 52,9%).
Το 2016 το 35,6% του πληθυσμού της Ελλάδας (3.789.300 άτομα) βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με το κατώφλι της φτώχειας να έχει οριστεί στα 4.500 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπα νοικοκυριά και στα 9.450 ευρώ ετησίως για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο παιδιά έως 14 ετών. Εκείνη τη χρονιά το χάσμα κινδύνου φτώχειας ανήλθε στο 31,9%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη τιμή των τελευταίων ετών, ενώ η ακραία φτώχεια βρέθηκε στο 13,6%.
Το 2017 το 20,2% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας, με το κατώφλι να έχει οριστεί στα 4.560 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 9.576 ευρώ για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών. Το 2018 ο κίνδυνος φτώχειας απειλούσε το 18,5%, αλλά μαζί με τον υλικό και κοινωνικό αποκλεισμό (16,1%) ανήλθε στο 34,8% (με την παιδική φτώχεια στο 24,5% και το κατώφλι στα 410 ευρώ μηνιαίως για μονοπρόσωπα νοικοκυριά και στα 860 ευρώ για τετραμελείς οικογένειες).
Το 2019 το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ανήλθε στο 17,9% (1.881.600 άτομα) και μαζί με τον υλικό και κοινωνικό αποκλεισμό (15,8%) βρισκόταν στο 33,7%, με το κατώφλι να ορίζεται στα 4.718 ευρώ ετησίως ανά άτομο (περίπου 393 ευρώ μηνιαίως) και στα 9.908 ευρώ ετησίως για τετραμελή οικογένεια.
Η δύσκολη ανάβαση
Το 2020, αντιμέτωπο με τον κίνδυνο φτώχειας βρισκόταν το 17,7%, ενώ κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικός αποκλεισμός συγκέντρωσαν το 28,9% – πολύ κάτω από τα τριαντάρια του Τσίπρα, με το κατώφλι της φτώχειας να ορίζεται στα 5.269 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 11.064 ευρώ για τετραμελή νοικοκυριά.
Το 2021 το ποσοστό του πληθυσμού που βρέθηκε σε κίνδυνο φτώχειας ανήλθε στο 19,6% (μαζί με τον κοινωνικό αποκλεισμό στο 28,3%), με το κατώφλι φτώχειας να ορίζεται στα 5.251 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπα νοικοκυριά και στα 11.028 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο παιδιά έως 14 ετών.
Το 2022 το 18,8% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας, με το κατώφλι να ορίζεται στα 5.520 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 11.592 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά (συνολικά κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στο 28,3%).
Το 2023 το 26,1% του πληθυσμού της Ελλάδας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (το ποσοστό της φτώχειας στο 18,9% και του κοινωνικού αποκλεισμού στο 13,5%), με το κατώφλι να ορίζεται στα 6.030 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 12.663 ευρώ για τετραμελές νοικοκυριό.
Το 2024 το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (ο κίνδυνος φτώχειας διαμορφώθηκε στο 19,6% και του κοινωνικού αποκλεισμού στο 14%), με το κατώφλι να ορίζεται στα 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 14.742 για τετραμελές νοικοκυριό.
Το 2025 το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με τον κίνδυνο φτώχειας να διαμορφώνεται στο 19,6% και του κοινωνικού αποκλεισμού στο 14,9% (κατώφλι στα 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για τετραμελή οικογένεια).
Ηταν που θα πολεμούσαν τις ανισότητες
Τέλος, στις 21 Ιουνίου 2019, η ΕΛΣΤΑΤ είχε ανακοινώσει ότι το 2017 το πλουσιότερο 20% της χώρας κατείχε 5,5 φορές μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος από το φτωχότερο 20%. Επίσης τον Ιούνιο του 2019 δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση του Ecofin, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα βρισκόταν στη χειρότερη θέση σε όρους απασχόλησης και είχε παρουσιάσει την τρίτη μεγαλύτερη άνοδο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ από την έρευνα του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ (Μάρτιος 2019) προέκυπτε πως για ένα στα δύο νοικοκυριά το μηνιαίο εισόδημα επαρκούσε για 19 ημέρες.
Επιπλέον, το 2016 το 47,5% των φτωχών νοικοκυριών δήλωνε ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 1,8%. Το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωναν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα ήταν 29,2% (50,8% για τα φτωχά νοικοκυριά και 23,7% για τα μη φτωχά).
Πάντα το 2016, η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών αφορούσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, με το ποσοστό που στερείτο τουλάχιστον τέσσερις από τις εννέα συνολικά διαστάσεις της υλικής στέρησης να διαμορφώνεται στο 22,4% (από 22,2% το 2015, 21,5% το 2014, 20,3% το 2013, 19,5% το 2012 και 11% το 2009). Μάλιστα, η αύξηση του ποσοστού το 2016 σε σχέση με το 2015 ήταν μεγαλύτερη στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας έως και 17 ετών (1 ποσοστιαία μονάδα) συγκριτικά με τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες.
Ηταν που θα έσκιζαν τα μνημόνια ντάλα μεσημέρι και θα τρώγαμε με χρυσά κουτάλια!