Η ακριβοδικαία απονομή της δικαιοσύνης συνιστά ένα μείζονος σημασίας θεμελιώδες αγαθό, καθότι συγκροτεί τον πυλώνα του δημοκρατικού κεκτημένου της Πολιτείας μας, καθότι ούτως διασφαλίζεται λυσιτελώς, αφενός, το θεσμικό κύρος της δικαστικής εξουσίας και εξ ετέρου, η ενδυναμωμένη και σιδηρά κοινωνική συνοχή.

Η Δικαιοσύνη συνιστά το καταφύγιο του αδικημένου πολίτη, όστις, εναποθέτει τις ανθρώπινες ελπίδες του εις την αυθεντία των Δικαστών, να εισακούσουν, με την δέουσα σοβαρότητα, ευαισθησία και προθυμία το πρόβλημα το οποίο τον κατατρύχει και νιώθει κατάφωρα αδικημένος ή καθημαγμένος.

Ως εκ τούτου, η ορθή απονομή της, δια μέσου των επιστημονικών δικλειδών ασφαλειών του δικαίου αλλά και της νομολογίας, ήτις αμβλύνει ευθαλώς, τυχόν νομοθετικές αστοχίες, ή τις τυχόν ανεφάρμοστες, επί τη πράξει, διατάξεις, προσαρμόζοντας τες εις την τελολογική ερμηνεία τους, δυνάμει των πραγματικών βιοτικών γεγονότων, συνιστά ανυπερθέτως μία εποικοδομητική και άφευκτη, διαδικασία δια την ανάλογη εξέλιξη του δικαίου.

Ο Δικαστής είναι εξ ορισμού τεθειμένος εις την υπηρεσία του πολίτη, τείνει ευήκοον ούς και διέπεται από όλες τις θεμελιώδεις αρχές ανεξαρτησίας, αμεροληψίας, ως προς την δικαία λήψη μίας αποφάσεως, ως προς άπαντες του τομείς του δικαίου, επί τω τέλει, να ρυθμίσει τελεσφόρως μία ιδιωτική ή δημόσιας φύσεως αναφυόμενη διαφορά.

Η θεσμική και οικονομική του ανεξαρτησία αποτελούν ένα βασικό συστατικό στοιχείο της αποτελεσματικότητας της, καθότι οι εν γένει δικαστικοί λειτουργοί δρούν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα από την νομοθετική και την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία καθότι, η πολιτεία και εν εκτάσει η συντεταγμένη κοινωνία άνευ Δικαιοσύνης, καθίσταται κόλουρη και βαίνει νομοτελειακά εις μια ψαθυρή και εύθρυπτη κινούμενη άμμο.

Εξ ού και και η Δικαιοσύνη καθίσταται Ιερά, διότι ικανοποιεί το αίσθημα δικαίου και επιλύει τα δυσεπίλυτα προβλήματα των πολιτών τόσο έναντι των ιδιωτών κατ’ αλλήλων, αλλά όσο και έναντι του Κράτους.

Οι Δικαστές βασανίζονται εν πολλοίς και ενίοτε κιόλας, περιέρχονται σε συνειδησιακή σύγκρουση δια την ανάληψη μίας αποφάσεως, καθότι καλούνται να σταθμίσουν τα γεγονότα και να υπάγουν αυτά εις τις διατάξεις του Νόμου, (μείζονα-ελάσσονα πρόταση), ούτως ώστε να εκδώσουν, με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα, το διάσκεμμα, το βούλευμα και την απόφανσή του, διυλίζοντας και εξετάζοντας ενδελεχώς, εμβριθώς και επισταμένως άπασες τις πτυχές μίας υποθέσεως, προς αποσόβηση λήψεως μίας απερισκέπτου ή αδίκου αποφάσεως, παραβλάπτοντας τα δικαιώματα των πολιτών.

Το μέγα αυτό «Μυστήριο» απονομής δικαιοσύνης παραλληλίζεται κατά το πλείστον με το «Άχραντο Μυστήριο, της Θείας Μεταλήψεως», καθότι, ο Δικαστής, κατάμονος μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας εν τω ακροατηρίω, ή με τους συναδέλφους του διασκέπτεται σύννους, ενώπιον θεού και της εναργούς συνειδήσεως του, προκειμένου να μορφώσει πεποίθηση και να κατατείνει συν θεώ εις την ορθή λήψη της αποφάσεως, με αίσθημα ευθύνης και καθαρή σκέψη.

Ο βασανισμός αυτός καθίσταται ιδιαίτατος, δοθέντος ότι, κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή, η σκέψη του καθίσταται πεπλησμένη από ετερόκλητες σκέψεις, αμφιβολίες, συγκρουσιακές απόψεις και καλείται δεόντως και δη εν ακαρεί χρόνω, να συγκεράσει, όλες τις ως άνω συνθήκες, προκρίνοντας ως κράτιστο γνώμονα να υπηρετήσει ευόρκως, αξιοπρεπώς και επιστημονικώς ορθώς, την Θέμιδα, λαμβάνοντας την εκασταχού προσήκουσα απόφαση, ήτις θα θεραπεύει τον πολίτη, λαμβάνοντας υπόψιν τα στοιχεία της προσωπικότητάς του αλλά πάντοτε λαμβάνοντας υπόψιν, την περίπυστον αρχήν της αναλογικότητας.

Ο Δικαστής, έχοντας φόβο θεού και σεβασμό στην πεπτωκυία ανθρώπινη φύση, προκειμένου να λάβει μία αστεμφή απόφαση, εφαρμόζει τα επιμέρους κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας, προτάσσοντας ως σκέψη ότι η λειφθησομένη απόφαση, επιβάλλεται εκ των περιστάσεων να καθίσταται η πλέον ικανή και πρόσφορη, δηλαδή κατάλληλη, απολύτως αναγκαία, δηλονότι η ολιγότερη επαχθής ως προς τα πληττόμενα δικαιώματα του πολίτου, εν συναρτήσει με τον επιδιωκόμενο σκοπό της πολιτείας, αλλά και εσχάτως, να πορίζει περισσότερη ωφέλεια δια το δημόσιο συμφέρον εν συγκερίση με την επερχόμενη βλάβη εις τα δικαιώματα του πολίτη.

Συνελόντι ειπείν, οι διαρκείς σταθμίσεις, το βάρος της ευθύνης των δικαστών, περί του Ιεράς αυτής ταύτης στιγμής της ακριβοδικαίας δικαιοσύνης συνιστά μία σεβαστή Ιεροπραξία για την ποιότητα της Δημοκρατίας μας, την οποία ασμένως αντιλαμβάνεται ο πολίτης και γηθοσύνως την καταφάσκει.

* Ο Χαράλαμπος β Κατσιβαρδάς είναι δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και Στ.Ε, ανεξάρτητος βουλευτής