Ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει «καμία συναίνεση» στην συνταγματική αναθεώρηση, παρότι έχει παραιτηθεί από βουλευτής.
Κατά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα, ο Αλέξης Τσίπρας, ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να υπάρξει συναίνεση με την κυβέρνηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, επαναλαμβάνοντας τη γνωστή φράση περί «λύκου που φυλάει τα πρόβατα». Ωστόσο, το πολιτικό ερώτημα που ανακύπτει είναι εύλογο: με ποια θεσμική ιδιότητα παρεμβαίνει σήμερα στο κορυφαίο ζήτημα της αναθεώρησης του Συντάγματος, από τη στιγμή που έχει παραιτηθεί από βουλευτής;
Η συνταγματική αναθεώρηση είναι, εκ των πραγμάτων, κοινοβουλευτική διαδικασία. Αφορά τους εκλεγμένους αντιπροσώπους, τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και τους συσχετισμούς εντός Βουλής. Ο κ. Τσίπρας έχει επιλέξει να αποχωρήσει από την κοινοβουλευτική έδρα, προκειμένου –όπως ο ίδιος άφησε να εννοηθεί– να προετοιμάσει νέα πολιτική κίνηση. Είναι δικαίωμά του. Όμως άλλο η πολιτική παρουσία και άλλο η θεσμική αρμοδιότητα.
Η αντίφαση
Η δημόσια τοποθέτηση για «καμία συναίνεση» μοιάζει περισσότερο με προεκλογικό σύνθημα παρά με υπεύθυνη στάση πρώην πρωθυπουργού. Όταν δεν συμμετέχεις στη Βουλή, δεν αναλαμβάνεις το βάρος της ψήφου και δεν εκπροσωπείς κοινοβουλευτική ομάδα, η ρητορική περί θεσμικής εκτροπής ακούγεται τουλάχιστον αντιφατική. Η ένταση δεν υποκαθιστά τη θεσμική συμμετοχή.
Και τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας δικαιούται να έχει άποψη – αυτό είναι αυτονόητο σε μια δημοκρατία. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να εμφανίζεται ως ρυθμιστής των εξελίξεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ενώ έχει επιλέξει να βρίσκεται εκτός του θεσμικού πεδίου όπου αυτή κρίνεται. Η πολιτική δεν είναι σκηνή σχολιασμού· είναι πεδίο ευθύνης. Και η ευθύνη, σε τέτοια ζητήματα, ασκείται εντός Βουλής.


