Παραληρηματικά χαρακτηριστικά προσλαμβάνει η ρητορική όξυνση της Άγκυρας, η οποία –εργαλειοποιώντας κάθε ευκαιρία– πυροδοτεί περαιτέρω το εμπρηστικό κλίμα που η ίδια έχει προκαλέσει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Την Τετάρτη και την Πέμπτη, τα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας της γειτονικής χώρας έκαναν ειδική μνεία σε όσα η τουρκική ιστοριογραφία περιγράφει ως «σφαγές» στον Μοριά και ειδικότερα στην Τριπολιτσά. Πίσω από την προπαγανδιστική λεζάντα βρίσκεται η άλωση της Τρίπολης και ευρύτερα της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου από τους σκλαβωμένους Έλληνες.
Οι δήθεν «συστηματικές σφαγές» εναντίον του «μουσουλμανικού τουρκικού πληθυσμού» της Πελοποννήσου τοποθετούνται χρονικά στο διάστημα 1821-1830· από την έναρξη της Επανάστασης των Ελλήνων κατά της οθωμανικής κατοχής έως τη θεμελίωση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Το τουρκικό ΥΠΕΞ έκανε λόγο για «εσκεμμένη εκστρατεία καταστροφής και ερήμωσης» που «συνόδευσε αυτήν την πολιτική εξόντωσης». Όπως ανέφερε, τιμά την 205η επέτειο της λεγόμενης Σφαγής της Τριπολιτσάς, «με προσευχές και βαθύ σεβασμό στους μουσουλμάνους Τούρκους αμάχους που δολοφονήθηκαν με βίαιο τρόπο».
Από την πλευρά του, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας αναφέρθηκε στη σφαγή «δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων Τούρκων».
Η απάντηση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν ότι η συστηματική διαστρέβλωση και εργαλειοποίηση της Ιστορίας, καθώς και η επιλεκτική επίκληση της ιστορικής μνήμης, δεν μεταβάλλουν τα ιστορικά γεγονότα.
«Τέτοιου είδους τοποθετήσεις, οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα, δεν συμβάλλουν στη διαμόρφωση κλίματος εμπιστοσύνης, αμοιβαίας κατανόησης και ουσιαστικού διαλόγου, ούτε συνάδουν με την προσέγγιση που επιτάσσουν οι σχέσεις καλής γειτονίας», συμπλήρωναν από την ελληνική διπλωματία.
Όπως πρόσθεταν χαρακτηριστικά, η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, τονίζοντας ότι «η Ιστορία δεν παραγράφεται, δεν παραχαράσσεται και δεν διαγράφεται με αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έχει το ενοχλητικό χαρακτηριστικό να επιβιώνει της προπαγάνδας».
Αποστρατιωτικοποίηση και καλώδιο
Πέρα από τα ανιστόρητα μαθήματα, η Άγκυρα διατηρεί την προκλητικότητά της και στα πιο επίκαιρα ζητήματα των διμερών σχέσεων.
Προχθές, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, υποναύαρχος Ζεκί Ακτούρκ, αναφέρθηκε ξανά στο «αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς» των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, υπογραμμίζοντας ότι η Άγκυρα αναμένει από την Αθήνα «να απέχει από τέτοιες δραστηριότητες (σ.σ.: δηλαδή να μην εξοπλίζει τα νησιά της, αφήνοντάς τα απροστάτευτα) που μπορούν να βλάψουν την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να προστατεύει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της και θα λαμβάνει «με αποφασιστικότητα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλειά της».
Στη συνέχεια, ο κ. Ακτούρκ ρωτήθηκε για τη στάση της Άγκυρας απέναντι στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea Interconnector - GSI), οι εργασίες για την οποία αναμένεται να επανεκκινήσουν το επόμενο διάστημα.
Επικαλούμενος το τουρκολιβυκό μνημόνιο του Νοεμβρίου 2019 και την επιστολή της Άγκυρας στον ΟΗΕ τον Μάρτιο του 2020, όπου παρουσιάζονται τα διεκδικούμενα εξωτερικά όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο, υποστήριξε ότι «παραμένουμε αποφασισμένοι να προστατεύσουμε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα».
Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι δραστηριότητες στην περιοχή όπου η Τουρκία ισχυρίζεται ότι διαθέτει υφαλοκρηπίδα όπως η πόντιση καλωδίων ή αγωγών και η επιστημονική έρευνα «πρέπει να συντονίζονται εκ των προτέρων με τη χώρα μας».
Μάλιστα, σε αυστηρότερο τόνο, σημείωσε ότι δεν επιτρέπονται «μη εγκεκριμένες δραστηριότητες που αγνοούν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της χώρας μας», λέγοντας ότι η Άγκυρα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην περιοχή.
«Η Τουρκία θα συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες που έχει ως παράκτιο κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα συνεχίσει επίσης να προστατεύει με αποφασιστικότητα τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της», κατέληξε.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η επικείμενη επανεκκίνηση των ερευνών βυθομέτρησης για το καλώδιο, οι οποίες θα γίνουν από πλοίο γαλλικής σημαίας, αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τα Ελληνοτουρκικά.