Η σχέση του Αλέξη Τσίπρα με τους ψηφοφόρους του δεν υπήρξε ποτέ αμιγώς πολιτική αλλά βιωματική, χτισμένη σ’ έναν μηχανισμό τραυματικής καθήλωσης από τις ημέρες του 2015.
Για μια μεγάλη μερίδα του κόσμου της Κεντροαριστεράς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο Αλέξης Τσίπρας ενσαρκώνει την «εναπόθεση ελπίδας», λειτουργώντας ως ψυχολογικό υποκατάστατο μιας συλλογικής δικαίωσης. Όταν η διάψευση εκείνης της περιόδου επέβαλε την επιστροφή στην πραγματικότητα, η σχέση δεν διαλύθηκε, αλλά μετατράπηκε σε συναισθηματική ομηρία.
Αντί για ορθολογική απομάκρυνση από τις ψευδαισθήσεις, ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός άμυνας της γνωστικής ασυμφωνίας: οι ψηφοφόροι προτίμησαν να δικαιολογήσουν την αβελτηρία και τους συμβιβασμούς του, παρά να παραδεχτούν και να αποδεχθούν τη ματαίωση των προσδοκιών τους.
Το ψυχόδραμα κορυφώθηκε με την ίδρυση της ΕΛΑΣ, καθώς οι ψηφοφόροι αυτοί παρακολουθούν τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, το χάος και τις νέες πολιτικές αναζητήσεις του Αλέξη Τσίπρα εκτός του παραδοσιακού τους χώρου. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται πλέον ως αμφιθυμία: ένας συνδυασμός οργής για την «προδοσία» και, ταυτόχρονα, μιας μόνιμης, σχεδόν καταναγκαστικής προσδοκίας για μια νέα «λύτρωση».
Όσοι τον ακολουθούν στην ΕΛΑΣ αδυνατούν να πενθήσουν την απώλεια του παλιού τους οράματος, ψυχολογικά δέσμιοι μιας φιγούρας που, ακόμα και επιτηδευμένα μεταμορφωμένης, συνεχίζει να ορίζει την πολιτική τους ταυτότητα.