Φαίνεται πως η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει αποφασίσει να μετατρέψει το Κοινοβούλιο σε προσωπική της αρένα «λασπομαχίας».
Αποδεικνύει περίτρανα ότι το μόνο «πρόγραμμα» που διαθέτει η Πλεύση Ελευθερίας είναι η παραγωγή τοξικότητας. Σε ένα νέο παραλήρημα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, η κ. Κωνσταντοπούλου επιχείρησε να ισοπεδώσει κάθε έννοια θεσμικού διαλόγου, εξαπολύοντας μια επίθεση «κατά πάντων» που στερείται κάθε σοβαρότητας και στοιχειώδους σεβασμού προς τη δημοκρατία.
Η αρχή έγινε με τον εισηγητή της ΝΔ, Νότη Μηταράκη, τον οποίο η πρόεδρος της Πλεύσης επιχείρησε να «δικάσει» και να «καταδικάσει» με συνοπτικές διαδικασίες, συνδέοντάς τον με ανυπόστατες κατηγορίες και ζητώντας ουσιαστικά τον αποκλεισμό του από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Η απάντηση του κ. Μηταράκη, ο οποίος έκανε λόγο για «απαράδεκτη και προσβλητική παρέμβαση», ήταν η μόνη θεσμικά πρέπουσα απέναντι σε μια πολιτικό που βαφτίζει «υπόδικους και φυγόδικους» όποιον δεν συμφωνεί μαζί της ή όποιον απλώς τυχαίνει να βρίσκεται στο οπτικό της πεδίο εκείνη τη στιγμή.
Όμως, η κ. Κωνσταντοπούλου δεν σταμάτησε εκεί. Άνοιξε το «γλωσσάρι των ύβρεων» και άρχισε να μοιράζει χαρακτηρισμούς που προσβάλλουν το επίπεδο του πολιτικού μας πολιτισμού.
Χαρακτήρισε «φασίστα» τον Υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη –έναν άνθρωπο που παλεύει για την εξυγίανση και την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης– επειδή τόλμησε να θέσει όρια στον δικό της παροξυσμό. «Το να λέει ένας φασίστας ότι έχω σχέση με εγκληματική οργάνωση είναι πράξη αξιόποινη», δήλωσε με το γνωστό της στόμφο, ενώ παράλληλα στόλισε με εκφράσεις όπως «φασισταριά» όσους ασκούν κριτική στον δικό της αυταρχικό τρόπο δράσης.
Οι επιθέσεις της επεκτάθηκαν και στον Άδωνι Γεωργιάδη, τον οποίο κατηγόρησε με όρους παραπολιτικής ίντριγκας ότι «θέλει να φάει τη θέση του Μητσοτάκη», ενώ δεν παρέλειψε να ανασύρει από το χρονοντούλαπο και τον Αλέξη Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι «διέλυσε τη χώρα».
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πώς ένας άνθρωπος καταφέρνει να βλέπει παντού συνωμοσίες, «εκβιαζόμενους πρωθυπουργούς» και «αδίστακτες εξουσίες», ενώ η ίδια ηγείται ενός κόμματος που μοναδικό του έργο είναι η διατάραξη των συνεδριάσεων και η εκτόξευση λάσπης.
Απέναντι σε αυτόν τον θεσμικό «οδοστρωτήρα», η κυβέρνηση και οι υπουργοί της παραμένουν προσηλωμένοι στο έργο τους, αρνούμενοι να διολισθήσουν στο επίπεδο ενός πολιτικού καυγά που θυμίζει κακόγουστη παράσταση δρόμου.
Η επιμονή της κ. Κωνσταντοπούλου να αυτοπαρουσιάζεται ως η μόνη «αδιάφθορη» τιμωρός, την ώρα που χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που θα έκανε ακόμα και τους πιο φανατικούς οπαδούς της εξέδρας να κοκκινίσουν, την οδηγεί μαθηματικά στην πολιτική γραφικότητα. Η Ελλάδα χρειάζεται σοβαρή αντιπολίτευση και όχι μια «φωνή» που το μόνο που καταφέρνει είναι να προκαλεί πονοκέφαλο στους θεσμούς και θλίψη στους πολίτες που παρακολουθούν τον ευτελισμό της Βουλής.