Φαίνεται πως η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει μπερδέψει την ιδιότητα του πολιτικού αρχηγού με εκείνη του σερίφη σε γουέστερν χαμηλού προϋπολογισμού.

Το τελευταίο της «κατόρθωμα» στην Αθηναϊκή Λέσχη, λίγο πριν το γεύμα προς τιμήν του Οικουμενικού Πατριάρχη, δεν ήταν απλώς μια ακόμα έκρηξη αυταρχισμού, αλλά ένα μνημείο πολιτικής γραφικότητας που θα ζήλευαν και οι πιο ένθερμοι θιασώτες του ολοκληρωτισμού.

Η κυρία που εξελέγη μοιράζοντας καρδούλες και υποσχέσεις για «αγάπη», αποφάσισε να τιμήσει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο ζητώντας συλλήψεις σε ζωντανή μετάδοση. Στο στόχαστρό της, η δημοσιογράφος Βασιλική Πολύζου, η οποία διέπραξε το «έγκλημα» να βρίσκεται στον χώρο ως διαπιστευμένη συντάκτρια για να κάνει τη δουλειά της.

Για την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας, όμως, η δημοσιογραφική ιδιότητα είναι προφανώς μια λεπτομέρεια που υποχωρεί μπροστά στο προσωπικό της μένος.

Με μια ρητορική που παραπέμπει σε σκοτεινές εποχές, η κ. Κωνσταντοπούλου χαρακτήρισε τη δημοσιογράφο «κακοποιό στοιχείο» και μέλος «εγκληματικής οργάνωσης», απαιτώντας από τον Πρόεδρο της Βουλής να μετατραπεί σε όργανο της προσωπικής της βεντέτας. Είναι να απορεί κανείς: στην επόμενη επίσημη εκδήλωση θα ζητήσει την επαναφορά της λαιμητόμου για όποιον δεν της είναι αρεστός;

Η απάντηση του Νικήτα Κακλαμάνη («Μα, είναι δημοσιογράφος») ήταν η φωνή της κοινής λογικής απέναντι στο παραλήρημα. Όμως η λογική είναι άγνωστη λέξη για κάποια που θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο και οι δημόσιοι χώροι είναι προεκτάσεις του γραφείου της.

Όσο η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας συνεχίζει να βλέπει παντού «εγκληματίες» και να ζητά συλλήψεις ανάμεσα στα ορεκτικά και το κυρίως πιάτο, τόσο θα επιβεβαιώνει ότι η πολιτική της παρουσία εξαντλείται σε μια στείρα και τοξική παράσταση.

Η δημοκρατία απαιτεί νηφαλιότητα και διάλογο, στοιχεία που φαίνεται να αγνοούνται επιδεικτικά από εκείνη που θεωρεί τον εαυτό της μοναδικό κριτή της ηθικής και της νομιμότητας, μετατρέποντας κάθε δημόσια εμφάνισή της σε ένα θλιβερό σόου αυταρχισμού.