Μόνο τυχαία δεν είναι η δημοσκοπική φθορά της Πλεύσης Ελευθερίας το τελευταίο διάστημα.
Η διαρκής τοξικότητα απέναντι σε όλους και σε όλα… κούρασε. Το μόνιμο καταγγελτικό ύφος και το στιλ του υπερασπιστή της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου προφανώς έδωσαν πρόσκαιρα οφέλη, αλλά σε βάθος χρόνου –όταν απουσιάζει η ουσία– παρουσιάζεται φθορά.
Σε συνδυασμό δε και με τη δημιουργία νέων κομμάτων, όπως του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού (που θα ψαρέψουν από την ίδια δεξαμενή) προφανώς δημιουργούν την περιβόητη κόπωση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία στοιχεία των δημοσκοπήσεων αποτυπώνουν μια σαφή εικόνα: η Πλεύση Ελευθερίας υποχωρεί ελαφρώς, κινούμενη πλέον πέριξ του 7% στην πρόθεση ψήφου, ενώ στην εκτίμηση ψήφου καταγράφει απώλειες σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.
Μπορεί η πτώση να μην είναι… κατακλυσμιαία, ωστόσο είναι ενδεικτική. Δείχνει ότι ένα μέρος του εκλογικού κοινού που αρχικά γοητεύτηκε από την «αντισυστημική ένταση» αρχίζει να αποστασιοποιείται.
Παρ’ όλα αυτά, η κυρία Κωνσταντοπούλου επιμένει στην ίδια ρητορική για να δείξει… πυγμή και για να πείσει ότι αποτελεί το πολιτικό απάγκιο κάθε δυσαρεστημένου από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Είναι ενδεικτικό ότι στην πρόσφατη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας έκανε πάλι το γνωστό της σόου. Η αντιπαράθεση με τον βουλευτή της ΝΔ, Νότη Μηταράκη, ξέφυγε γρήγορα από τα όρια μιας πολιτικής διαφωνίας και μετατράπηκε σε προσωπική σύγκρουση με βαρείς χαρακτηρισμούς.
«Μαζευτείτε λίγο όλοι οι υπόδικοι και φυγόδικοι», ανέφερε η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, ενώ δεν δίστασε να προσθέσει πως «ετοιμάζεστε να κουκουλώσετε την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ».
Από την πλευρά του, ο Νότης Μηταράκης έκανε λόγο για «απαράδεκτη και προσβλητική παρέμβαση» και έφτασε στο σημείο να ζητήσει την αποβολή της από την αίθουσα λέγοντας πως «αδυνατεί να τηρήσει τις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας».
Μάλιστα, λίγο αργότερα η Ζωή Κωνσταντοπούλου είπε ειρωνικά: «Είστε εσείς οι δημοκράτες με τα χρυσά κουτάλια να τρώτε τα λεφτά του κοσμάκη», μετατρέποντας τη συζήτηση σε πεδίο προσωπικών επιθέσεων.
Αντίστοιχα υψηλοί τόνοι καταγράφηκαν και εκτός Βουλής. Σε συνέντευξή της («Παραπολιτικά»), η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, φτάνοντας στο σημείο να τον χαρακτηρίσει «φασίστα» και να κάνει λόγο για εκτροπή στη λειτουργία των θεσμών.
Υποστήριξε, μάλιστα, ότι επιχειρείται έλεγχος της Δικαιοσύνης και στοχοποίησή της, ανεβάζοντας περισσότερο την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει δικαίωμα να ασκεί σκληρή αντιπολίτευση, αλλά αν η στρατηγική της διαρκούς όξυνσης εξακολουθεί να λειτουργεί πολιτικά.
Η πραγματικότητα είναι ότι λειτουργεί ανάλογα με την επικαιρότητα – εξ ου και το δημοσκοπικό ασανσέρ της Πλεύσης Ελευθερίας. Αλλά μεσομακροπρόθεσμα το αποτέλεσμα δεν τη δικαιώνει.
Σίγουρα, η επιθετική ρητορική, οι συγκρούσεις, η εικόνα της «μοναχικής μαχήτριας» απέναντι στο σύστημα έδωσαν δημοσκοπική ώθηση, φέρνοντας την Πλεύση Ελευθερίας ακόμη και στη δεύτερη θέση σε ορισμένες μετρήσεις. Ωστόσο η φθορά αυτής της τακτικής φαίνεται πλέον καθαρά.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό παράδοξο καθώς όσο η Πλεύση Ελευθερίας υποχωρεί, τόσο η ρητορική της προέδρου της σκληραίνει.
Σαν να επιχειρεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος με ακόμα μεγαλύτερη τοξικότητα, μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει εκφράσεις του πεζοδρομίου με τις οποίες ταυτίζεται το δήθεν αντισυστημικό κοινό. Με λίγα λόγια, όσο η Ζωή ξεφουσκώνει, τόσο θα γίνεται... Κωνσταντοπούλου!
Την ίδια στιγμή, στο παρασκήνιο (αλλά και στο προσκήνιο) αρχίζει να διαμορφώνεται ένα πολύ πιο σύνθετο τοπίο για την Πλεύση Ελευθερίας. Η πίεση δεν έρχεται μόνο από τη φθορά της ίδιας της τακτικής της Ζωής Κωνσταντοπούλου, αλλά και από τον ανταγωνισμό στον ίδιο πολιτικό χώρο ή ακόμα και εντός του ίδιου του κόμματός της.
Σχηματισμοί που απευθύνονται στο ίδιο ακροατήριο, με αντίστοιχη ρητορική και παρόμοια «αντισυστημικά» χαρακτηριστικά, περιορίζουν τα περιθώρια διεύρυνσης και εντείνουν τη μάχη. Μια μάχη, η οποία αναμένεται να κορυφωθεί στον δρόμο προς τις εκλογές.