Τελειώνει και η δεύτερη μέρα του τριήμερου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ και κάποια συμπεράσματα μπορούν να θεωρηθούν ασφαλή.
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι το προηγούμενο διάστημα οι δελφινομαχίες, κοκορομαχίες, αψιμαχίες –διαλέγετε και παίρνετε– ήταν ζέσταμα για να μπουν οι μαχητές στο Τάε κβον ντο.
Αφού αντάλλαξαν αγκαλιές και αεροφιλήματα, χειραψίες και λοξές ματιές, υποκλίθηκαν στους συνέδρους, στο ένδοξο παρελθόν τους και στο αβυσσαλέο μίσος τους προς τον Μητσοτάκη.
Ο πρόεδρος Νίκος Ανδρουλάκης άνοιξε όλα τα χρονοντούλαπα με την πράσινη ιστορία, αμαρτία, τίποτα από τα λάθη του ΠΑΣΟΚ τα μεγάλα, φύσηξε να φύγουν νυχτερίδες κι αράχνες από τα συνθήματα και τα σέρβιρε σε τόπο και με τρόπο που δεν αρμόζει στα λείψανα: στην αρένα του Τάε κβον ντο με τους παρισταμένους να αλαλάζουν «το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό».
Κάπου εδώ έρχεται η ομιλία του δημάρχου πασών των Αθηνών, η οποία –σύμφωνα με την προσωπική αφίσα του δημάρχου πάντα– θα ξεκινούσε το απόγευμα, αλλά μάλλον λόγω τυπογραφικού λάθους άρχισε δυο τρεις ώρες νωρίτερα. Όλοι ξέρουμε τι σου είναι ο δαίμων του τυπογραφείου…
Ο Χάρης Δούκας ξεκίνησε την ομιλία του πολύ ικανοποιημένος που νομίζοντας ότι τόσον καιρό διαφωνούσαν με τον Νίκο Ανδρουλάκη τελικά συμφώνησαν πως όντως διαφωνούν και θα συνεχίσουν, εκτός εάν αυτά που λέει ο δήμαρχος περιληφθούν στις θέσεις του Συνεδρίου και πλέον θα βρίσκονται «εντός πραγματικότητας». Κάτι που είναι σωστό προκειμένου πιο άνετα να λάβουν θέσεις για τις νέες διαφωνίες τους στη νέα πραγματικότητα.
Επικεντρώθηκε κι αυτός στον «ανάλγητο» Μητσοτάκη, ο οποίος είναι ένα πολύ ασφαλές θέμα σε περίπτωση που ως πολιτικός δεν δύνασαι να αρθρώσεις κάτι πιο στέρεο και ρηξικέλευθο. Ο Μητσοτάκης είναι κάτι σαν τη χειρολαβή στο τρόλεϊ, πιάνεσαι και ταλαντεύεσαι, αλλά δεν τραυματίζεσαι.
Ειπώθηκαν κι άλλα πολλά με ρίγος στην καρδιά εν όψει της καλπάζουσας καταπράσινης ελπίδας για την Ελλάδα, που το ΠΑΣΟΚ πιστεύει ακράδαντα πως είναι ευτυχισμένη όταν της λένε πως είναι δυστυχισμένη.
Σημειώνω τελειώνοντας ότι μέσα στη χαρά ότι συμφωνούν διαφωνώντας έπεσαν και κάτι «πρόκες», αλλά ήταν από στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη.
Θα σας ξανάβρω στους μπαξέδες…
