Η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη δείχνει πώς μια πληροφορία μπορεί να διογκωθεί και να εργαλειοποιηθεί, όχι για να αναζητηθεί η αλήθεια, αλλά για να πληγεί ένα πρόσωπο.

Γράφει ο Ειδικός Συνεργάτης


«Ανθρωποφαγία». Είναι ίσως η λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει καλύτερα από κάθε άλλη την περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη και τη συζήτηση που άνοιξε γύρω από το πτυχίο του. Αντί για ψύχραιμη αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης, στον δημόσιο διάλογο κυριάρχησαν υπαινιγμοί, υπερβολές και ψηφιακές κραυγές που τροφοδοτούνται τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από ανώνυμους… προθύμους να ενισχύσουν την ένταση.

Και όμως, πίσω από τον θόρυβο η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή και πολύ λιγότερο «σκανδαλώδης» απ’ όσο παρουσιάστηκε. Η υπόθεση αυτή δείχνει για ακόμη μία φορά πώς μια πληροφορία μπορεί να διογκωθεί και να εργαλειοποιηθεί, όχι για να αναζητηθεί η αλήθεια, αλλά για να πληγεί ένα πρόσωπο.

Τελικά, αυτό που προβλήθηκε ως μείζον ζήτημα καταλήγει να απογυμνώνεται, αφήνοντας περισσότερο την αίσθηση μιας άδικης στοχοποίησης παρά μιας ουσιαστικής αποκάλυψης. Και όπως διαπιστώνεται, πρόκειται για έναν ακόμη επικοινωνιακό «θησαυρό» που αποδεικνύεται… άνθρακας.

Σε μια περίοδο που η κοινωνία πιέζεται από πραγματικά προβλήματα –την ακρίβεια, τις αγροτικές κρίσεις, την περιφερειακή ανισότητα κ.ά.– ένα μέρος της κοινοβουλευτικής –και όχι μόνο– μειοψηφίας επιλέγει να επενδύσει σε έναν ιδιότυπο «πιστοποιητισμό».

Πρόκειται για τη λογική που θέλει την αξία ενός ανθρώπου να μετριέται αποκλειστικά από τους τίτλους σπουδών του, αγνοώντας πλήρως τη διαδρομή, την εμπειρία και κυρίως την αποτελεσματικότητα. Αυτό δεν είναι απλώς μια λανθασμένη ιεράρχηση. Είναι μια μορφή σύγχρονης «δολοφονίας χαρακτήρων».

Η στοχοποίηση του Μακάριου Λαζαρίδη ξεπερνά το πρόσωπό του. Αγγίζει ένα πολύ ευρύτερο κοινωνικό στρώμα: χιλιάδες επαγγελματίες που δεν προήλθαν από τα παραδοσιακά πανεπιστημιακά μονοπάτια, αλλά από τη «σχολή της ζωής» και της αγοράς.

Η προσπάθεια απαξίωσής τους δημιουργεί μια επικίνδυνη διάκριση σε πολίτες «πρώτης» και «δεύτερης» κατηγορίας. Και αυτό σε μια δημοκρατία δεν είναι απλώς άδικο, αλλά και βαθιά αντιδημοκρατικό.

Και αυτό, ενώ το Προεδρικό Διάταγμα 38/2010 και οι νόμοι 4093/2012 και 4111/2013 ξεκαθαρίζουν ότι τα κολέγια είναι θεσμοθετημένοι πάροχοι ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ και με απόφασή της η Ολομέλεια του ΣτΕ όρισε τελεσίδικα πωs για την επαγγελματική αναγνώριση πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το σύνολο των διπλωμάτων και η σχετική εργασιακή εμπειρία. Η ουσία είναι απλή: οι πολίτες δεν ψηφίζουν βιογραφικά. Ψηφίζουν ανθρώπους που μπορούν να δώσουν λύσεις. Οι χιλιάδες σταυροί που έλαβε ο Μακάριος Λαζαρίδης στην Καβάλα δεν ήταν επιβράβευση ενός τίτλου αλλά μιας διαδρομής.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Στη διεθνή βιβλιογραφία περιγράφεται ως «credentialism»: η υπερβολική έμφαση στους τίτλους, ως εργαλείο κοινωνικής ιεράρχησης. Στην πράξη, πρόκειται για έναν μηχανισμό αποκλεισμού. Μια ελίτ που αυτοπροσδιορίζεται μέσω των τίτλων της, επιχειρεί να ελέγξει ποιος «δικαιούται» να συμμετέχει στον δημόσιο βίο. Και όμως, η ίδια η ιστορία διαψεύδει αυτή τη λογική.

Αν οι τίτλοι σπουδών ήταν το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας, ο κόσμος θα ήταν πολύ διαφορετικός.

Στον επιχειρηματικό κόσμο:
- Ο Μπιλ Γκέιτς εγκατέλειψε το Harvard για να ιδρύσει τη Microsoft.
- Ο Στιβ Τζομπς άφησε το Reed College πριν δημιουργήσει την Apple.
- Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ δεν ολοκλήρωσε ποτέ το Harvard.
- Ο Ρίτσαρντ Μπράνσον εγκατέλειψε το σχολείο στα 16.

Στην πολιτική:
- Ο Αβραάμ Λίνκολν ήταν αυτοδίδακτος.
- Ο Χάρι Τρούμαν δεν ολοκλήρωσε σπουδές.
- Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ δεν φοίτησε σε πανεπιστήμιο.
- Ο Τζον Μέιτζορ εγκατέλειψε το σχολείο σε νεαρή ηλικία.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν κρίθηκαν από τα πτυχία τους, αλλά από το έργο τους. Και δικαιώθηκαν.

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι η ίδια η επίθεση. Είναι η επιλεκτικότητα. Εκείνοι που επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο για τον έλεγχο τίτλων, συχνά σιωπούν σε κρίσιμα εθνικά ή κοινωνικά ζητήματα. Η αυστηρότητα εξαντλείται σε δευτερεύοντα θέματα, ενώ τα ουσιώδη μένουν στο περιθώριο. Αυτό γεννά εύλογα ερωτήματα: πρόκειται για πραγματικό ενδιαφέρον για τη διαφάνεια ή για πολιτική σκοπιμότητα;

Η δημοκρατία έχει τους δικούς της κανόνες αξιολόγησης. Και αυτοί δεν περιορίζονται σε ένα χαρτί. Ο πολίτης αξιολογεί την αποτελεσματικότητα, την παρουσία, την επαφή με την κοινωνία και τελικά τη δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εμμονή στους τίτλους μοιάζει περισσότερο με απόπειρα αποπροσανατολισμού παρά με ουσιαστική κριτική.

Η υπόθεση Λαζαρίδη ανέδειξε κάτι βαθύτερο από μια προσωπική επίθεση. Ανέδειξε μια νοοτροπία. Μια νοοτροπία που προτιμά να αποδομεί ανθρώπους αντί να αντιπαρατίθεται με ιδέες. Που χρησιμοποιεί τα πτυχία ως όπλα και όχι ως εργαλεία γνώσης.

Τελικά, όμως, το αποτέλεσμα είναι αντίστροφο: η κοινωνία αντιλαμβάνεται την υπερβολή και απορρίπτει την τοξικότητα.

Και κάπως έτσι, για ακόμη μία φορά, αποδεικνύεται ότι ο «θησαυρός» της πολιτικής σκανδαλολογίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά… άνθρακες.

Υγ.: Και για το τέλος σάς έχω το καλύτερο. Ο νόμος 2190/1994, άρθρο 33, παράγραφος 4, δίνει τη δυνατότητα στους υπουργούς - υφυπουργούς να προσλαμβάνουν συνεργάτες «χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία».