Στον τομέα της άμυνας έναντι βαλλιστικών πυραύλων και σύνθετων αεροπορικών απειλών, η Τουρκία εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.
Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, με τις πυραυλικές επιθέσεις και τη χρήση drones στο πλαίσιο της σύγκρουσης γύρω από το Ιράν, έφεραν στο φως μια αδυναμία που για χρόνια περνούσε σχεδόν απαρατήρητη: το σοβαρό κενό της Τουρκίας στην αντιβαλλιστική και αντιαεροπορική προστασία του εναέριου χώρου της.
Η Άγκυρα τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας της και ειδικά στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Τα Bayraktar και τα Anka έχουν χρησιμοποιηθεί σε μια σειρά από συγκρούσεις, από τη Συρία και τη Λιβύη μέχρι το Ναγκόρνο Καραμπάχ, δημιουργώντας την εικόνα μιας στρατιωτικής τεχνολογικής υπερδύναμης της περιοχής.
Η εικόνα αυτή όμως αφορά κυρίως την επιθετική διάσταση της στρατιωτικής ισχύος. Στον τομέα της άμυνας έναντι βαλλιστικών πυραύλων και σύνθετων αεροπορικών απειλών, η Τουρκία εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.
Τα περιστατικά των τελευταίων εβδομάδων είναι ενδεικτικά. Ρωσικά drones είχαν καταγραφεί να διέρχονται από περιοχές του τουρκικού εναέριου χώρου χωρίς να υπάρξει αποτελεσματική αντίδραση, ενώ και κατά τη διάρκεια των πρόσφατων επιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής ο τουρκικός εναέριος χώρος βρέθηκε αντιμέτωπος με διελεύσεις UAVs ή τροχιών πυραυλικών συστημάτων.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν ότι η Τουρκία δεν διαθέτει ακόμη ένα πλήρως λειτουργικό, πολυεπίπεδο σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας ικανό να αντιμετωπίσει τέτοιου τύπου απειλές.
Το πρόβλημα έχει βαθιές ρίζες και συνδέεται άμεσα με μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στρατηγικές επιλογές της Άγκυρας την τελευταία δεκαετία: την αγορά των ρωσικών συστημάτων S-400.
Η απόφαση αυτή οδήγησε στην αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 και προκάλεσε σοβαρή κρίση στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ.
Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι τα S-400 δεν μπορούν να ενσωματωθούν στο νατοϊκό σύστημα αεράμυνας, γεγονός που τα καθιστά πρακτικά ένα απομονωμένο σύστημα χωρίς διαλειτουργικότητα με τα δυτικά δίκτυα αεροπορικής επιτήρησης.
Έτσι, η Τουρκία βρίσκεται σήμερα σε μια στρατηγικά αντιφατική θέση. Από τη μία πλευρά διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο στράτευμα του ΝΑΤΟ και φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε αυτόνομη περιφερειακή δύναμη.
Από την άλλη, όμως, σε μια κρίσιμη διάσταση της σύγχρονης στρατιωτικής ισχύος –την αντιβαλλιστική άμυνα– εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη νατοϊκή «ομπρέλα» και από τα μέσα επιτήρησης και άμυνας που αναπτύσσουν οι δυτικές δυνάμεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για τα αμερικανικά συστήματα Patriot. Η Άγκυρα εδώ και χρόνια επιδιώκει την απόκτησή τους, ενώ στην Ουάσιγκτον υπάρχουν φωνές που θεωρούν ότι μια σταδιακή επαναπροσέγγιση με την Τουρκία είναι αναγκαία για τη συνοχή του ΝΑΤΟ και την ισορροπία ισχύος στην περιοχή.
Οι τελευταίες εξελίξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις –από τη διαχείριση της υπόθεσης της Halkbank μέχρι τη συζήτηση για νέες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή– δημιουργούν το ενδεχόμενο να αναζητηθεί μια πολιτική φόρμουλα που θα επιτρέψει στην Άγκυρα να «παγώσει» ή να απομακρύνει τα S-400.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την αγορά Patriot και ενδεχομένως για μια μερική επαναφορά της Τουρκίας στο δυτικό αμυντικό οικοσύστημα, μελλοντικά ακόμη και σε συζητήσεις για το πρόγραμμα των F-35.
Μέχρι τότε, όμως, η πραγματικότητα παραμένει σαφής: η Τουρκία μπορεί να έχει αναπτύξει μια ισχυρή βιομηχανία drones και να προβάλλει την εικόνα μιας στρατιωτικής υπερδύναμης της περιοχής, αλλά στην πιο κρίσιμη διάσταση της σύγχρονης αεροπορικής άμυνας –την προστασία από βαλλιστικούς πυραύλους– εξακολουθεί να εμφανίζει ένα εμφανές στρατηγικό κενό.
Και αυτό είναι ένα κενό που οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έκαναν πλέον ορατό σε όλους.
