Δεδομένου ότι η Τουρκία συνεχίζει να κατέχει τους S-400, η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει καν την επιλογή να εξετάσει το ενδεχόμενο επανένταξης της Άγκυρας στα F-35.

Στο βιβλίο «Πυρ και μανία» (Εκδόσεις Πατάκη, 2018), ο Αμερικανός πολυβραβευμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας Μάικλ Γουλφ περιγράφει με ευγλωττία και ευθύτητα γεγονότα που συνέβησαν στον Λευκό Οίκο κατά την πρώτη θητεία του νυν Αμερικανού προέδρου. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στους Ντόναλντ Τραμπ, Τομ Μπάρακ και Τζέφρι Επστάιν ως «μασκοφόρους της νυχτερινής ζωής».

Ο τελευταίος, ο σεξουαλικός εγκληματίας με τους ομώνυμους φακέλους του, πέθανε τον Αύγουστο του 2019 σε φυλακές υψίστης ασφαλείας στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Οι έτεροι δύο συνέχισαν να κάνουν παρέα μεταξύ τους.

Ο κ. Τραμπ επανεξελέγη τον Νοέμβριο του 2024. Τον επόμενο μήνα, πριν ακόμα ορκιστεί, ανακοίνωσε την υποψηφιότητα του επί δεκαετίες στενού του φίλου, Τομ Μπάρακ, ως υποψηφίου Αμερικανού πρέσβη στην Αγκυρα.

Τον Ιανουάριο του 2025, ο κ. Τραμπ ανέλαβε ως 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ και τρεις μήνες αργότερα η Γερουσία ενέκρινε τον διορισμό του κ. Μπάρακ, ο οποίος επέδωσε τον Μάιο τα διαπιστευτήριά του στον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Επιπλέον, ο 78χρονος Αμερικανός δικηγόρος με λιβανέζικες ρίζες –ο οποίος είχε αποκτήσει τη φήμη του «δαιμόνιου» διαπραγματευτή στον χώρο των επενδύσεων και των μεσιτικών συμφωνιών ενώ στο παρελθόν είχε ασκήσει λόμπι στην Ουάσιγκτον υπέρ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων– ανέλαβε και καθήκοντα ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ στη Συρία. Είχε μεσολαβήσει η πτώση του καθεστώτος Ασαντ και η ανάληψη της διακυβέρνησης από τον πρώην τζιχαντιστή Aχμεντ αλ Σάρα.

Η θητεία του κ. Μπάρακ αποδεικνύεται πληθωρική. Η δραστηριοποίησή του στην ευρύτερη περιοχή, οι δηλώσεις του –όπως η αμφισβήτηση για το αν το Ισραήλ είναι δημοκρατικό κράτος– οι σκέψεις του για πρωτοβουλίες που αφορούν μια «νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας από την Κασπία Θάλασσα ως τη Μεσόγειο Θάλασσα», καθώς και τα θερμά του λόγια για τον Ταγίπ Ερντογάν και ο κεντρικός περιφερειακός ρόλος που επιδιώκει για την Αγκυρα οδήγησαν τους επικριτές του να τον χαρακτηρίσουν ακόμη και «ατζέντη της Τουρκίας».

Ενα από τα ζητήματα που ανακινεί συνεχώς είναι η «ανάγκη» απόκτησης μαχητικών πέμπτης γενιάς τύπου F-35 από την Τουρκία. Πρόκειται για ένα σύνθετο θέμα, καθώς το Πεντάγωνο απέβαλε την Αγκυρα από το πρόγραμμα των F-35 μετά την παραλαβή των πρώτων κομματιών του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400 (Ιούλιος 2019).

Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2020, επιβλήθηκαν στη γειτονική χώρα οι κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων)· πρόκειται για αμερικανικό νόμο που προβλέπει περιοριστικά μέτρα σε χώρες που πραγματοποιούν μεγάλες αμυντικές συναλλαγές με τη Μόσχα.

Ο κ. Μπάρακ επανέφερε εκ νέου το θέμα τον περασμένο Απρίλιο, δηλώνοντας ότι «το θέμα με τους S-400 θα λυθεί σύντομα. Από την άποψη του προϊσταμένου μου (σ.σ.: του προέδρου Τραμπ), η επιστροφή της Τουρκίας σε ένα πρόγραμμα F-35 είναι μια χαρά». Προσέθεσε, δε, ότι «και η Ελλάδα έχει S-300 και F-35».

Με επιστολή διαμαρτυρίας τους προς των υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, Αμερικανοί βουλευτές υπογράμμισαν την απόκλιση των απόψεων Μπάρακ από τη διαχρονική αμερικανική πολιτική. Ρώτησαν εάν έχει αλλάξει η πολιτική της χώρας ενώ εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για την πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, δεδομένου ότι αυτή διατηρεί τους S-400 και δεν έχει εκπληρώσει τις προϋποθέσεις της αμερικανικής νομοθεσίας.

Ο κ. Ρούμπιο επιχείρησε να κλείσει το θέμα «αδειάζοντας» τον κ. Μπάρακ, κατά την προ ημερών ακρόαση στην Επιτροπή Διεθνών Υποθέσεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Απαντώντας στην ελληνικής καταγωγής βουλευτή των δημοκρατικών, Ντίνα Τάιτους, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ εξήγησε ότι βάσει της σχετικής νομοθεσίας και δεδομένου ότι η Τουρκία συνεχίζει να κατέχει τους S-400, η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει καν την επιλογή να εξετάσει το ενδεχόμενο επανένταξής της στα F-35.

«Όπως γνωρίζετε, αυτό ρυθμίζεται από τον νόμο. Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε αυτή την επιλογή, διότι το θέμα ρυθμίζεται από νομοθετικές διατάξεις, τόσο από τις προβλέψεις που έχουν συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο για τον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ (NDAA) όσο και από άλλες διατάξεις της αμερικανικής νομοθεσίας (σ.σ.: CAATSA)», σημείωσε ο ίδιος.

Επιπλέον, την περασμένη Παρασκευή, ο κ. Ρούμπιο ανακοίνωσε την παύση των καθηκόντων του κ. Μπάρακ ως ειδικού απεσταλμένου για τη Συρία. Μετά την ανάρτηση του κ. Τραμπ ότι ο Αμερικανός πρέσβης στην Αγκυρα διορίζεται ειδικός προεδρικός απεσταλμένος σε Συρία και Ιράκ, ο κ. Ρούμπιο προέβη σε αναδίπλωση, αποκαλώντας τον Μπάρακ ως «κεντρικό συνομιλητή, βασικό και έμπιστο συνεργάτη» για την περιοχή.

Πέραν της όποιας όχλησης προκαλεί σε Ελλάδα, Ισραήλ, κύκλους εντός των ΗΠΑ και άλλες χώρες, η υπόθεση Μπάρακ αναδεικνύει ένα ευρύτερο φαινόμενο της δεύτερης θητείας Τραμπ: ο Αμερικανός πρόεδρος κινείται πέρα από τους παραδοσιακούς θεσμικούς διαύλους, δίνοντας βάρος σε πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος.

Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια είναι η επίσημη αμερικανική πολιτική αλλά ποιοι έχουν πραγματικά πρόσβαση στον πρόεδρο και επηρεάζουν τις αποφάσεις του. Για πολλές πρωτεύουσες, το ζητούμενο είναι ακριβώς αυτό: πώς θα εξασφαλίσουν απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο.