Η Θεσσαλονίκη βιώνει μια νέα περίοδο πολιτικής βίας, ενώ η περιορισμένη δημόσια αντίδραση θεσμών και κοινωνικών ελίτ ενισχύει την ανάγκη για μια συλλογική υπεράσπιση της δημοκρατικής νομιμότητας.

Μια αλληλουχία γεγονότων που διαμορφώνει νέο περιβάλλον

Τα τελευταία γεγονότα στη Θεσσαλονίκη συνθέτουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την εξέλιξη της πολιτικής βίας στην πόλη. Ο ξυλοδαρμός του αντιπρύτανη Ιάκωβου Μιχαηλίδη, με αφορμή την ένταση γύρω από τις φοιτητικές εστίες, αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο που υπενθύμισε ότι η χρήση βίας εξακολουθεί να εμφανίζεται ως μέσο πολιτικής επιβολής μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο. Ακολούθησε η παρουσία του Ρουβίκωνα στην επέτειο του πογκρόμ της συνοικίας Κάμπελ, μια ενέργεια που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς συνδέθηκε από πολλούς με αντισημιτικά μηνύματα σε έναν χώρο με ιδιαίτερο ιστορικό συμβολισμό.

Η κορύφωση αυτής της αλληλουχίας ήρθε με τις εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίες απέκτησαν τραγική διάσταση μετά τον θάνατο της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Η διερεύνηση της υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη, όμως το ίδιο το γεγονός υπενθυμίζει ότι η τρομοκρατική βία εξακολουθεί να αποτελεί υπαρκτή απειλή για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή.

Η δημόσια συζήτηση επανέφερε εύλογα ερωτήματα σχετικά με τις σχέσεις ανάμεσα σε ορισμένους χώρους του αντιεξουσιαστικού περιβάλλοντος, τις καταλήψεις και τους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, καθώς και την πιθανότητα ύπαρξης δικτύων που διευκολύνουν τη δράση κλειστών επιχειρησιακών πυρήνων. Επίσης η μεταφορά του τρομοκρατικού ενδιαφέροντος από την Αθήνα στην περιφέρεια θα πρέπει να διερευνηθεί ειδικά και συγκεκριμένα, μιας και έχουν αρχίσει να λειτουργούν αθηναϊκά παραρτήματα βίας στην πόλη.

Η ευθύνη της πόλης απέναντι στη δημοκρατία

Εξίσου προβληματική εμφανίζεται η στάση ενός σημαντικού μέρους της πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ελίτ της Θεσσαλονίκης, η οποία συχνά αποφεύγει να τοποθετηθεί δημόσια απέναντι σε περιστατικά πολιτικής ή και οπαδικής βίας. Η στάση αυτή δημιουργεί την εντύπωση μιας πόλης που δυσκολεύεται να διαμορφώσει ένα ενιαίο δημοκρατικό μέτωπο απέναντι σε φαινόμενα εκφοβισμού και τρομοκρατίας.

Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι ανάλογη αμηχανία είχε εκδηλωθεί και απέναντι στην ακροδεξιά βία. Τότε, από τις ελάχιστες δημόσιες φωνές που επέλεξαν να συγκρουστούν ανοιχτά με τον εξτρεμισμό υπήρξε ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης, ο οποίος κατέβαλε σημαντικό προσωπικό και πολιτικό κόστος εξαιτίας αυτής της στάσης. Η ιστορία εκείνης της περιόδου υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία προστατεύεται όταν οι θεσμοί, οι φορείς και οι πολίτες αναλαμβάνουν δημόσια ευθύνη απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας.

Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται σήμερα μια νέα κουλτούρα δημοκρατικής εγρήγορσης, μέσα από την οποία η εφαρμογή του νόμου θα συνδυάζεται με την ενεργή παρουσία των πανεπιστημίων, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των επαγγελματικών φορέων και της κοινωνίας των πολιτών. Η προστασία της δημόσιας ασφάλειας, η υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης και η καθολική καταδίκη της πολιτικής βίας, ανεξάρτητα από την ιδεολογική της προέλευση, αποτελούν τις προϋποθέσεις ώστε η πόλη να αποτρέψει την παγίωση ενός νέου κύκλου ακραίας πόλωσης και να διαφυλάξει τον δημοκρατικό της χαρακτήρα.