Η υπεράντληση για άρδευση, οι μειωμένες βροχοπτώσεις και η σπατάλη νερού απειλούν τα υπόγεια αποθέματα της Θεσσαλίας, με την πτώση να φτάνει έως και τα 60 μέτρα, οδηγώντας στην λειψυδρία.
Σε κρίσιμο σημείο βρίσκεται η διαχείριση των υδατικών πόρων στη Θεσσαλία, καθώς η εντατική άντληση για την άρδευση των μεγάλων αγροτικών εκτάσεων, σε συνδυασμό με τις μειωμένες βροχοπτώσεις και τη μη ορθολογική χρήση του νερού, οδηγεί σε συνεχή πτώση του υδροφόρου ορίζοντα. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Μαρία Σακελλαρίου-Μακραντωνάκη, η κατάσταση των υπόγειων υδατικών αποθεμάτων είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς σε ορισμένες περιοχές της θεσσαλικής πεδιάδας η πτώση της στάθμης φτάνει τα 25 έως 60 μέτρα, ενώ η δυσκολία αναπλήρωσης των αποθεμάτων γίνεται ολοένα και πιο εμφανής.
Η Θεσσαλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που αφορά άμεσα όχι μόνο τη γεωργική παραγωγή, αλλά και το περιβάλλον, την οικονομία και τη βιωσιμότητα ολόκληρης της περιοχής. Το νερό αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της αγροτικής δραστηριότητας, όμως η κατανάλωσή του με ρυθμούς υψηλότερους από εκείνους της φυσικής ανανέωσής του δημιουργεί ένα ολοένα μεγαλύτερο υδατικό έλλειμμα.
Η σημασία
«Είναι δεδομένη η σημασία του νερού για την γεωργική ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε μια κατ' εξοχήν αγροτική περιφέρεια όπως η Θεσσαλία. Ωστόσο, ένα από τα πιο έντονα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Θεσσαλία σήμερα, αλλά θα αντιμετωπίσει και στο μέλλον, είναι το πρόβλημα του νερού και της διαχείρισής του. Μια σειρά από ειδικές συνθήκες που σχετίζονται με το κλίμα, τη γεωμορφολογία και την αγροτική ανάπτυξη, έχουν γίνει η αιτία για σοβαρά και συχνά μη αναστρέψιμα προβλήματα εξάντλησης των επιφανειακών και των υπόγειων υδατικών αποθεμάτων». Αυτά τονίζει στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η καθηγήτρια του πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Μαρία Σακελλαρίου-Μακραντωνάκη, έπειτα από σχετικές μελέτες που έχει εκπονήσει.
Το νερό για να συνεχίσει και στο μέλλον να συντηρεί τη ζωή, τονίζει, δεν θα πρέπει να καταναλώνεται με ρυθμούς ταχύτερους από τους ρυθμούς της ετήσιας ανανέωσής του, στο πλαίσιο του υδρολογικού κύκλου. Και προσθέτει πως «Η σημερινή κατάσταση στη Θεσσαλία κάθε άλλο παρά καθησυχαστική εμφανίζεται. Το μεγαλύτερο μέρος του υπόγειου υδατικού δυναμικού της περιοχής υφίσταται ήδη τις συνέπειες της εντατικής εκμετάλλευσης ή της ποιοτικής υποβάθμισης, που εκδηλώνονται με τη δραματική πτώση της στάθμης των υδροφόρων οριζόντων και την εκτεταμένη ρύπανση του υπόγειου νερού. Στη περιοχή της Θεσσαλίας το ζήτημα της ορθής διαχείρισης των υδατικών πόρων κρίνεται απαραίτητο λόγω της κρισιμότητας της υδατικής κατάστασης της περιοχής. Η υφισταμένη κατάσταση του υδατικού ισοζυγίου οδηγεί την περιοχή σε οικολογική υποβάθμιση με δυσμενείς περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Το πρόβλημα στη Θεσσαλία είναι ότι περιλαμβάνει μεγάλες αγροτικές εκτάσεις που απαιτούν πολύ μεγάλες ποσότητες νερού προς άρδευση. Η υπερεκμετάλλευση του υπόγειου νερού που γίνεται ήδη με ανεξέλεγκτο τρόπο και ρυθμό, άρχισε να δημιουργεί δυσάρεστες επιπτώσεις που θα είναι μη αναστρέψιμες εάν δεν ληφθούν άμεσα και δραστικά - αυστηρά μέτρα. Πολλοί υπόγειοι υδροφορείς στην θεσσαλική πεδιάδα βρίσκονται κάτω από καθεστώς υπερεκμετάλλευσης. Η πτώση της στάθμης είναι συνεχής από το 1985 έως σήμερα και η δυσκολία αναπλήρωσης των αποθεμάτων εμφανής. Υπάρχουν περιοχές με οριακή πτώση (5-10m) και περιοχές με συνθήκες ελλειμματικού ισοζυγίου (25-60m)».
Αναφερόμενη στα αίτια της πτώσης του υδροφόρου ορίζοντα της Θεσσαλίας, τονίζει πως είναι πολλά: «Ενδεικτικά αναφέρονται η υπεράντληση λόγω άρδευσης μεγάλων αγροτικών εκτάσεων, η αύξηση της κατανάλωσης, οι μειωμένες βροχοπτώσεις, η αλλαγή πρακτικών άρδευσης, η κατασπατάληση και μη ορθολογική χρήση του αρδευτικού νερού».
Στη Θεσσαλία η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα κατεβαίνει κάθε χρόνο. Λόγω του γεγονότος ότι οι λεκάνες απορροής λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία με τα νερά της θάλασσας, με την υπεράντληση το θαλασσινό νερό εισέρχεται και καταστρέφει τα αποθέματα του γλυκού νερού στις παράκτιες περιοχές. Η απεριόριστη παροχή νερού στις καλλιέργειες, σύμφωνα με την ίδια, δεν σημαίνει μεγιστοποίηση και πολύ περισσότερο βελτιστοποίηση της απόδοσης, διότι οι καλλιέργειες καταναλώνουν ποσότητες νερού οι οποίες ρυθμίζονται από τις συνθήκες που επικρατούν στην ατμόσφαιρα που τις περιβάλλει. Όπως επισημαίνει, η άρδευση είναι επιστήμη και πρακτική με σκοπό να χορηγείται στις καλλιέργειες η σωστή ποσότητα νερού ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη απόδοσή τους. «Είναι επιτακτική η ανάγκη σωστού υπολογισμού του αρδευτικού νερού και κατάστρωση ωρολογίων προγραμμάτων άρδευσης από επιστήμονες οι οποίοι έχουν γνώση της σχέσης νερού - φυτού» σημειώνει και καταλήγει, λέγοντας πως «Οι μελλοντικές ανάγκες της Θεσσαλίας σε νερό για τις διάφορες χρήσεις, εκτιμάται ότι δεν θα μειωθούν. Οι αρδεύσεις στην θεσσαλική πεδιάδα θα συνεχισθούν και στο μέλλον, ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές επιδοτήσεων ή αναδιαρθρώσεων επιβάλλει η Ε.Ε. Πρέπει να κατανοήσουμε όλοι ότι υπάρχει έλλειψη νερού σε πολλές περιοχές του πλανήτη και ότι το νερό θα σταματήσει να είναι ανανεώσιμη πηγή ενέργειας. Θα γίνει πολύτιμο και ακριβό αγαθό, όπως το πετρέλαιο ή το χρυσάφι, αν δεν το τιμήσουμε ανάλογα και αδιαφορήσουμε για την ύπαρξή του. Και όπως οι θησαυροί δεν πρέπει να σπαταλούνται αλόγιστα, γιατί τότε ο κάτοχός τους κηρύσσει πτώχευση, έτσι θα πληρώσουμε κι εμείς ακριβά το τίμημα αυτής της σπατάλης».