Η εικόνα πολιτών να στρώνουν κουβέρτες και να διανυκτερεύουν στα πεζοδρόμια έξω από το Αστυνομικό Τμήμα της Τούμπας δεν είναι απλώς άλλη μια σουρεαλιστική ελληνική είδηση. Είναι ένα εφιαλτικό κοινωνικό και πολιτικό σύμπτωμα.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας στήνονται στην ουρά μ’ έναν και μοναδικό σκοπό: να προλάβουν να βγάλουν διαβατήριο χρησιμοποιώντας την παλιά, χάρτινη ταυτότητα!
Την ταυτότητα του περασμένου αιώνα, πριν αυτή καταργηθεί οριστικά. Όταν αντικρίζεις αυτές τις εικόνες, η πρώτη αυθόρμητη, γεμάτη απόγνωση σκέψη που σου έρχεται στο μυαλό είναι μία: Θεέ μου, αυτοί οι άνθρωποι ψηφίζουν, και η ψήφος τους έχει την ίδια ακριβώς βαρύτητα με τη δική σου. Αυτή η παράνοια του πεζοδρομίου μεταφράζεται σε ολονύχτια καραούλια στο δρόμο για ένα νούμερο προτεραιότητας, σε μια πεισματική άρνηση απέναντι σε οποιαδήποτε έννοια εκσυγχρονισμού, ασφάλειας και λογικής. Πρόκειται για έναν τεχνητό πανικό που τροφοδοτείται από έναν βαθύ, μεσαιωνικό ψηφιακό αναλφαβητισμό, ο οποίος οδηγεί σε μια εθελούσια υποτίμηση της προσωπικής αξιοπρέπειας χάριν μιας γραφικής, αναχρονιστικής εμμονής.
Το φαινόμενο της Τούμπας (υποθέτω και αλλού) δεν είναι μια απλή γραφειοκρατική δυσλειτουργία, αλλά η απόλυτη δικαίωση της συνωμοσιολογίας. Άνθρωποι που θεωρούν ότι η νέα ταυτότητα έχει «τσιπάκια» παρακολούθησης, αλλά την ίδια ώρα ανεβάζουν την τοποθεσία τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από το κινητό τους, τρέχουν πανικόβλητοι να «σωθούν». Τα συνωμοσιολογικά σύνδρομα μετατρέπουν τα fake news σε απόλυτη αλήθεια, την ώρα που η πλήρης παραπληροφόρηση από σκοτεινούς κύκλους εργαλειοποιεί τον φόβο και την άγνοια. Έτσι, η ψυχολογία του όχλου βαφτίζει με περίσσιο θράσος το σκοτάδι «αντίσταση» και την οπισθοδρόμηση «πατριωτισμό».
Εδώ ακριβώς κρύβεται η πολιτική ουσία του δράματος. Όταν ένας πολίτης αδυνατεί να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από το παραλήρημα και επιλέγει να κοιμάται στον δρόμο για να κρατήσει ένα διάτρητο, ξεπερασμένο έγγραφο, είναι βέβαιο ότι θα επιδείξει την ίδια ακριβώς συμπεριφορά και μπροστά στην κάλπη. Θα ψηφίσει με βάση τον φόβο και τις προκαταλήψεις, αντί για τη λογική και το κοινό συμφέρον, αποτελώντας την πιο εύκολη λεία για κάθε λαϊκιστή πολιτικάντη που υπόσχεται να επιστρέψει τη χώρα στο «ένδοξο» χθες. Αυτή η άρνηση της πραγματικότητας μεταφράζεται νομοτελειακά σε μια πολιτική επιλογή καθήλωσης και οπισθοδρόμησης για ολόκληρη την κοινωνία.
Η εικόνα της Τούμπας πληγώνει βάναυσα την αισθητική και τον ορθολογισμό μας. Επιβεβαιώνει ότι δίπλα στην Ελλάδα που προσπαθεί να προχωρήσει, υπάρχει μια άλλη Ελλάδα, βαριά, σκοτεινή και καθηλωμένη στο παρελθόν. Το χειρότερο; Αυτή η δεύτερη Ελλάδα κρατάει στα χέρια της το μέλλον της πρώτης. Γιατί όταν έρθει η ώρα, αυτοί οι άνθρωποι θα αφήσουν το πεζοδρόμιο, θα μπουν στο παραβάν και θα συνδιαμορφώσουν τη μοίρα μας. Και αυτό είναι το πιο τρομακτικό ξυπνητήρι για όλους μας.